Πριν από λίγες μέρες, καθόμουν στην τάξη και παρατηρούσα τα παιδιά μου καθώς έπαιζαν, κρατώντας σημειώσεις για το κάθε παιδί ξεχωριστά, αλλά και για το πώς παίζουν ως ομάδες. Είναι κάτι που κάνω σχεδόν μέρα παρά μέρα, αλλά ειδικά τον Σεπτέμβριο, που είναι και η αρχή της σχολικής χρονιάς, επιδίδομαι στο συγκεκριμένο σπορ σχεδόν δυο ώρες κάθε μέρα, ώστε να μπορέσω να καταλάβω πώς λειτουργεί το κάθε παιδάκι, αλλά και η τάξη ως ομάδα.

Ήμουν ιδιαίτερα ευχαριστημένη απ’τις σημειώσεις μου της φετινής μου τάξης. Έβλεπα πως τα παιδιά δεν είχαν ιδιαίτερα προβλήματα κοινωνικοποίησης ή συναναστροφής. Γενικά η τάξη «έδεσε» από τις πρώτες μέρες. Τα παιδιά έλυναν σχεδόν μόνα τους τις διαφορές τους. Ακολουθούσαν κανόνες. Δεν ενοχλούσαν τους φίλους τους με άσχημες συμπεριφορές ή λόγια.

Μέσα σε αυτό το ευχάριστο κλίμα λοιπόν, ένα παιδάκι καθώς περπατούσε, σκόνταψε πάνω σε ένα παιχνίδι κι έπεσε. Δεν ήταν σοβαρή η πτώση. Το παιδάκι, όμως, αμέσως σηκώθηκε και χωρίς να κλάψει, άρχισε να χτυπάει το παιχνίδι (ένα ξύλινο αρκουδάκι). Φώναζε συνεχώς: «Εσύ φταις, κακό παιχνίδι, κακό παιχνίδι μ’έκανες κι έπεσα!». Τα περισσότερα παιδιά δεν έδωσαν σημασία στο γεγονός. Κάποια, όμως, γύρισαν να δουν τι συμβαίνει και με παρότρυνση του μικρού που είχε πέσει, άρχισαν κι εκείνα να «τιμωρούν» με χτυπήματα το «κακό» παιχνίδι.

Πριν προλάβω ν’αντιδράσω σ’αυτήν την εικόνα, ένα άλλο παιδάκι, που συμμετείχε σ’αυτό το σκηνικό τιμωρίας του παιχνιδιού, ήρθε κοντά μου και με προέτρεψε να κάνω «ντα» το παιχνίδι που έγινε αιτία να σκοντάψει ο φίλος μας. Φυσικά και δεν το έκανα, παρά μάζεψα όλα τα παιδιά γύρω απ’τον «τόπο του εγκλήματος», όπου και ξεκίνησε μία συζήτηση για το ποιος έφταιγε που σκόνταψε ο συμμαθητής τους.

Κάποια παιδιά απέδωσαν ευθύνες στο παιχνίδι και κάποια στο ίδιο το παιδάκι.
Ένα παιδάκι έδωσε όλη την ευθύνη αποκλειστικά σ’εμένα, που δεν πρόλαβα να πιάσω τον φίλο τους πριν πέσει.
Πρώτα συζητήσαμε πως εγώ απείχα πολύ απ’το παιδί για να καταφέρω να το πιάσω (στον αέρα;) πριν πέσει. Έπειτα, μετρήσαμε και την απόσταση (3 μπλε φουλάρια, δηλαδή 1,5 μέτρο περίπου). Τέλος, περάσαμε στο ερώτημα αν τα άψυχα παιχνίδια μπορούν να επηρεάσουν την κίνηση του σώματός μας ή όχι. Μετά από πολλά πειράματα με διάφορα παιχνίδια που σκορπίσαμε στο πάτωμα, καταλήξαμε πως τα παιχνίδια δεν μετακινούνται από μόνα τους. Εκτός κι αν φυσήξει μεγάλος άνεμος ή υπάρχει φάντασμα στο σχολείο. Τα αποκλείσαμε και τα δύο. Επομένως, ο λόγος που ο φίλος μας έπεσε, ήταν επειδή δεν είδε το παιχνίδι στο πάτωμα απ’την βιασύνη του και σκόνταψε επάνω του. Άρα, άδικα ξυλοφορτώσαμε το καημένο το παιχνιδάκι!

Το παιδάκι που σκόνταψε ήταν και το τελευταίο που πείστηκε ότι ουσιαστικά από δική του υπαιτιότητα σκόνταψε.
Ακόμη κι όταν τονίσαμε ότι ήταν άτυχη στιγμή και πως αυτά συμβαίνουν σ’όλους, ακόμη και στους μεγάλους, δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να το δεχτεί. Ο λόγος ήταν, κυρίως, επειδή αυτή ήταν η κυρίαρχη πρακτική στο σπίτι.

Ναι, το θυμάμαι κι εγώ μικρή, να σκοντάφτω σ’αντικείμενα κι η γιαγιά μου να τ’αποδίδει στ’αντικείμενα, ενώ η μαμά μου στην απροσεξία μου. Η δασκάλα μου στο δημοτικό πάλι, θυμάμαι, μας είχε μιλήσει για το σώμα μας και πώς αυτό γίνεται αδέξιο, καθώς αναπτύσσεται, μ’αποτέλεσμα συχνές, ξαφνικές και φαινομενικά, αναίτιες πτώσεις του σώματός μας ή αντικειμένων που χειριζόμαστε. Αυτή η τελευταία προσέγγιση πιστεύω πως είναι και η πιο ορθή και πρέπει να προσφέρεται στα παιδιά από μικρή ηλικία, ώστε να γνωρίζουν τα πραγματικά γεγονότα της ανάπτυξης. Το ίδιο πρέπει να προσεγγίζεται και το γεγονός πως ευθυνόμαστε για τον τρόπο που κινούμαστε σ’έναν χώρο, αλλά και για την έννοια του «ατυχήματος».

Τα παιδιά, μαθαίνοντας κάτι τόσο απλό, μαθαίνουν, ουσιαστικά, να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους. Μαθαίνουν πως τ’άψυχα αντικείμενα δεν μπορούν ν’ασκήσουν δύναμη πάνω μας χωρίς αιτία. Σημασία έχει η δική μας συμπεριφορά στο πλαίσιο που κινούμαστε. Και φυσικά, το ν’απαντήσουμε με βία υπό συνθήκες που δεν απειλείται η σωματική μας ακεραιότητα, είναι εκτός από λάθος και ανούσιο. Κανένα θετικό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να προκύψει από μία βίαιη συμπεριφορά.

Μη θεωρήσετε τέτοια μικρά συμβάντα ασήμαντα και μην τα αφήνετε να περνούν έτσι. Αυτά τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, θ’αποδίδουν τις αποτυχίες τους σε εξωγενείς παράγοντες, σε δύσκολους καιρούς ή σε τρίτα άτομα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πως ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Τόσο για τις πτώσεις του όσο και για τις όμορφες δημιουργίες του. Το περιβάλλον θα κρύβει πάντα δυσκολίες. Πάντα θα υπάρχει ένα ξύλινο παιχνιδάκι που θα μας κάνει να σκοντάφτουμε και να πέφτουμε. Το ζήτημα είναι να σηκωνόμαστε, να τινάζουμε τα ρούχα μας και να μαθαίνουμε πως πρέπει να κοιτάμε καλά τον δρόμο που βαδίζουμε.

Γιατί η κυρία, ακόμη κι αν πετάξει, δεν θα προλάβει να μας πιάσει.