«Η τάξη είναι ένας χώρος που σε «ρουφάει» αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις»

Τάξη

Την Τετάρτη, το σχολείο του μεγάλου μου γιου, μας κάλεσε για ενημέρωση, σχετικά με τη λειτουργία και τις δράσεις του. Στην αρχή, μας καλωσόρισε ο Λυκειάρχης, ο οποίος είναι πρώτη χρονιά στο σχολείο μας, και στη συνέχεια έκανε μια αναλυτική αναφορά στο πως λειτουργεί το σχολείο: ώρες προσέλευσης, απουσίες … κι άλλα τέτοια τετριμμένα.

Αφού ολοκλήρωσε με τα κλασικά, αναφέρθηκε στην ανάγκη του σχολείου ν’αποτελεί χώρο ΓΝΩΣΗΣ και ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ για τους μαθητές και στην εθελοντική προσφορά των εκπαιδευτικών να οργανώσουν δράσεις εκτός σχολικού ωραρίου:
Ομάδες ρητορικής (debate στο πιο… ευρωπαϊκό), ομάδες Βιολογίας, ομάδες θεατρολογίας, ομάδα Η/Υ, Ομάδες Debate–στα αγγλικά-και κάτι άλλα που από ένα σημείο και μετά δεν άκουγα. Κάθε καθηγητής ανέφερε τους στόχους του και τι περιμένει απ’τους μαθητές εξηγώντας ότι το πρώτο που τους νοιάζει είναι ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ.

Απ’το 1998 είμαι στην εκπαίδευση, ως σχολική ψυχολόγος, στηρίζοντας τους εκπαιδευτικούς, στην προσπάθειά τους, να έχουν μια τάξη, όπου το γενικό κλίμα να προάγει τη συνεργασία και τη μάθηση. Τα χρόνια δεν με πήραν, όμως, πέρασαν αρκετοί απ’τα χέρια μου και σε ιδιωτικά και σε δημόσια σχολεία. Αυτό που κατάλαβα είναι ότι ορισμένοι είναι χαρισματικοί, κάποιοι είναι πολύ εργατικοί και τα πάνε καλά, κάποιοι άλλοι, απλά, θα’πρεπε να’χαν σπουδάσει κάτι άλλο.

Η τάξη είναι ένας χώρος που σε «ρουφάει» εάν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις.

Αυτό το συνειδητοποίησα πριν ξεκινήσω να δουλεύω με εκπαιδευτικούς, όταν πέρασα ένα χρόνο μπαίνοντας στην τάξη για την εφαρμογή ενός προγράμματος κοινωνικοσυναισθηματικής αγωγής.

Την πρώτη φορά πρέπει να έκανα περίπου 2 ώρες να συνέλθω. Ήταν τεράστια η υπερπροσπάθειά μου να συντονίσω 25 μαθητές της Δ’ Δημοτικού, ώστε να συνεργάζονται, ν’απαντάω σ’όλες τις ερωτήσεις, να στηρίζω εκείνους που δεν μας ακολουθούσαν σ’όλη την εξέλιξη της συζήτησης, ν’αφήνω, κάπου ορισμένες στιγμές, το κλίμα να γίνεται πιο ανάλαφρο για να χαλαρώνουν, ν’αντιμετωπίζω με χιουμοριστική σοβαρότητα τις προκλήσεις που στόχευαν να με αποσυντονίσουν και να βγω νικήτρια από ένα μάθημα 50′ … έχοντας πετύχει τους μαθησιακούς στόχους που είχα θέσει. Ήταν 50′ που μου φάνηκε ότι κάποιος πήρε όλη μου την ενέργεια. Όμως, ταυτόχρονα κατάφερα, μετά από λίγο καιρό, να νιώθω τεράστια ικανοποίηση, γιατί αυτή η ενέργεια έφευγε από εμένα και τα παιδιά μου την επέστρεφαν διπλή.

Όποιος μπαίνει στην τάξη διεκπεραιωτικά, η τάξη τον … μυρίζεται και του κάνει τη ζωή κόλαση.

Όσοι μπαίνουν στοχεύοντας πρώτα στο να κάνουν σχέση με τα παιδιά και μετά να τα διδάξουν, η τάξη τους απογειώνει. Τους δίνει φτερά να πάνε παρακάτω, να γίνουν ακόμα καλύτεροι. Και αυτό είναι μια ανταμοιβή που δεν εξαργυρώνεται με τίποτα!!!

Όσοι έχουν προτάξει τις μισθολογικές τους μειώσεις για την ποιότητα του έργου που προσφέρουν, είναι 1000% σίγουρο ότι κάποια άλλη δικαιολογία έβρισκαν και τότε που τα πράγματα ήταν πιο ανθηρά. Όταν σε μια δουλειά έχεις να κάνεις με ανθρώπους και δη με παιδιά, όταν έχεις ένα επάγγελμα που μπορεί να καθορίσει ζωές, εάν σου λείπει το εσωτερικό κίνητρο και το μισθό του θαλαμηπόλου του Μπάκιγχαμ να σου δώσουν, πάντα μέτριος θα είσαι.

Σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους υπάρχουν καλοί και κακοί επαγγελματίες. Το ίδιο και στο χώρο της εκπαίδευσης.
Μέσα απ’αυτή μου την πορεία, σας βεβαιώνω ότι η δημόσια εκπαίδευση έχει εξαιρετικούς εκπαιδευτικούς και δεν είναι λίγοι. Ούτε η μειοψηφία.

Έχει δασκάλους που πρωτοπορούν με ελάχιστα μέσα, αλλά μεγάλο όραμα. Δασκάλους που νοιάζονται. Καθηγητές που πασχίζουν να δώσουν στους γονείς (κυρίως!) και στα παιδιά να καταλάβουν ότι η γνώση δεν είναι ο δρόμος για τα ΑΕΙ. Έτσι έχει καταντήσει στη χώρα μας. Έχει εκπαιδευτικούς που κάνουν ό,τι μπορούν και όσο μπορούν με πολλή αγάπη.

Και ναι, είναι στο δημόσιο σχολείο. Όπως δημόσιο είναι και το σχολείο μας. Το σχολείο που σας περιέγραψα στην αρχή.

«Ο μέτριος δάσκαλος μιλάει. Ο καλός δάσκαλος εξηγεί. Ο εξαιρετικός δάσκαλος δείχνει. Ο μεγάλος δάσκαλος εμπνέει».

Αφιερωμένο στους δασκάλους μου, που μου έδωσαν όλη τους την αγάπη και φροντίδα.(Στην κα Πασά, στον κ. Γιοβά, στην κα Αγάθου, στην κα Καπετανάκου, στον κ. Μανουσόπουλο)