Αχ, τι θυμήθηκα τώρα…

Θυμήθηκα τα Χριστούγεννα των παιδικών μου χρόνων, τόσο μακρινά αλλά και τόσο ζωντανά μέσα μου ακόμη… Αρκεί η μυρωδιά από μοσχοκάρυδο και γαρίφαλο για να ξεπεταχτούν ολοκάθαρες οι αναμνήσεις από κάθε γιορτή, από κάθε πάρτι, για να ακουστούν πάλι στα αυτιά μου οι χριστουγεννιάτικοι ήχοι: ο μεταλλικός ήχος της κατσαρόλας και των ταψιών που μπαινόβγαιναν στον φούρνο, ο ήχος από τα τρίγωνα, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που έπαιζαν ολημερίς στο ραδιόφωνο και για έρθει μπροστά μου η εικόνα της μητέρας μου, ανασκουμπωμένη, με το πρόσωπο αλευρωμένο, με τα χέρια χωμένα σε ζάχαρη άχνη, φορώντας πάντα μία ολόσωμη ποδιά, που είχε – βέβαια- χριστουγεννιάτικο θέμα: γκι, καμπανούλες, έλατα.

Ήταν ο ενορχηστρωτής της γιορτής και έπαιρνε πολύ σοβαρά αυτόν τον ρόλο.

Οι ετοιμασίες άρχιζαν μόλις έμπαινε ο Δεκέμβρης. Κάθε πετσετάκι, σεμέν, ριχτάρι, κάλυμμα, έμπαινε στο πλυντήριο και σιδερωνόταν με επιμέλεια μέχρι να φαίνεται κοκκαλωμένο. Οι κουρτίνες κατέβαιναν και πλένονταν, τα χαλιά αερίζονταν και χτυπιόντουσαν μέχρι να ξεράσουν κάθε κόκκο σκόνης και μετά τρίβονταν με ξυδόνερο και με Karpex για να αποκτήσουν απαλό πέλος – προϋπόθεση απαραίτητη, για να υποδεχτούν τα λεπτά ψηλοτάκουνα των κυριών και τα  καλογυαλισμένα σκαρπίνια των συζύγων τους στο Χριστουγεννιάτικο πάρτι. Τα σοβατεπιά τριβόταν με μαγειρικό σύρμα, τα μάρμαρα στο δάπεδο με πράσινο σαπούνι, τα έπιπλα με Overlay. Το σπίτι μύριζε Άζαξ, χλωρίνες, κερί για κέρωμα. Όταν όλα άστραφταν, έφτανε η ώρα της μεγάλης, εξωτερικής, μαρμάρινης σκάλας με την οποία ολοκληρωνόταν η καθαριότητα. Κάθε σκαλί τριβόταν με Vim και ακολουθούσαν απανωτά σφουγγαρίσματα, ώστε στο τέλος να μπορείς σχεδόν να καθρεπτιστείς στα σκαλοπάτια.

Μετά ερχόταν η ώρα των γλυκών. Κουραμπιέδες με λιωμένο φρέσκο βούτυρο και ολόκληρα ξεφλουδισμένα αμύγδαλα, μελομακάρονα με τριμμένο μοσχοκάρυδο και γαρίφαλο, δίπλες με κανέλα βουτηγμένες στο μέλι. Τα γλυκά στοιβάζονταν σε σωρούς, πάνω σε πιατέλες γιγάντιων διαστάσεων που είχαν επίσης ζωγραφισμένο χριστουγεννιάτικο θέμα. Από πάνω καλύπτονταν με σελοφάν σε κατακόκκινο χρώμα και δένονταν με υφασμάτινο φιόγκο μέχρι να έρθει η ώρα να καταναλωθούν.

Εμείς, τα παιδιά, αναλαμβάναμε τον στολισμό. Έβγαινε από το πατάρι το χριστουγεννιάτικο δέντρο που το στολίζαμε με γυάλινες, εύθραυστες μπάλες, από εκείνες, τις λεπτεπίλεπτες, που ήταν σαν μικρά έργα τέχνης.  Στρώναμε στα ψεύτικα κλαδιά παχιά κομμάτια από βαμβάκι και ύστερα καρφιτσώναμε στις κουρτίνες  αγγελάκια με χρυσά φορέματα και πλαστικά ακανθωτά γκι. Στα τζάμια ψεκάζαμε το άσπρο σπρέϊ που έδινε στο γυαλί την ψευδαίσθηση της πάχνης. Στη βάση του δέντρου βάζαμε μία τεράστια ξύλινη φάτνη που μας χωρούσε ολόκληρους. Κρυβόμασταν συχνά εκεί και παίζαμε’ ήταν λες και πρωταγωνιστούσαμε σε χριστουγεννιάτικο παραμύθι…

Παραμονές άρχιζαν οι ετοιμασίες για το Χριστουγεννιάτικο δείπνο, ενώ το κουδούνι χτυπούσε απανωτά από τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα. Η γαλοπούλα καψαλιζόταν, η γέμιση ετοιμαζόταν (κιμάς, ξηροί καρποί, κάστανα) και το πελώριο πουλί έμπαινε στο φούρνο για να σιγοψηθεί ως το βράδυ. Μετά ερχόταν η σειρά των ορεκτικών, των τριών ειδών σαλάτας, της χειροποίητης τυρόπιτας και της σπανακόπιτας. Το χοιρινό με τα δαμάσκηνα μαγειρευόταν σε απαλή φωτιά πάνω στο μάτι της κουζίνας, αφήνοντας ονειρικά αρώματα, ενώ ταυτόχρονα ετοιμαζόταν η κρέμα της πουτίγκας. Πριν η γαλοπούλα μπει στον φούρνο, είχαν ήδη φουρνιστεί και ξεφουρνιστεί δύο – τρεις δόσεις από μπισκότα, σε σχήματα αστεριών και έλατου, που μοσχομύριζαν βανίλια. Ώσπου να τα πασπαλίσουμε με την άχνη, είχαμε φάει τα περισσότερα!

Δύο ώρες πριν το πάρτι μπανιαριζόμασταν στη σειρά και μετά φορούσαμε τα καλά μας μπλε βελούδινα φορέματα με το άσπρο γιακαδάκι και τα λουστρινένια παπούτσια, που πάντα μας στένευαν. Η μαμά άναβε το τζάκι, ώστε να δώσει στο σπίτι την πινελιά της έξτρα θαλπωρής, και έστρωνε το τραπέζι που είχε ανοιχτεί και επεκταθεί για να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερους. Έβγαζε το τραπεζομάντηλο με το κέντημα και τοποθετούσε τα σερβίτσια – τα καλά, με το χρυσό φινίρισμα- και τα κολονάτα ποτήρια. Οι πετσέτες ήταν κατακόκκινες’ τα μαχαιροπήρουνα ασημένια. Στο κέντρο έμπαιναν τα κόκκινα κεριά σε μία κατασκευή από φύλλα γκι και καμπανούλες, που έπιανε το μισό τραπέζι. Εκείνη έμπαινε τελευταία στο μπάνιο και έβγαινε φορώντας ένα φόρεμα, που φαινόταν σαν καινούργιο, αλλά που μπορεί να ήταν και παλιό. Λαμπερή, φαινομενικά ξεκούραστη, πανέτοιμη να υποδεχτεί τους καλεσμένους, έκανε μία τελευταία επιθεώρηση στα ρούχα μας, στο κοστούμι του μπαμπά, στο σπίτι. Έστρωνε πτυχές, ίσιωνε κουρτίνες, έβαζε ένα ξύλο στο τζάκι, τσέκαρε τη συμμετρία των στρωμένων σερβίτσιων, έσφιγγε τις αλογοουρές μας, τακτοποιούσε τη γραβάτα του μπαμπά, άναβε όλους τους πολυελαίους και όλα τα φωτιστικά στα τραπεζάκια. Κάτω από το άρωμά της έβγαιναν καθαρά οι μυρωδιές των Χριστουγέννων, σαν να είχαν ποτίσει το ίδιο το δέρμα της. Μύριζε σαν βουτυράτη καραμέλα βουτηγμένη στην κανέλα και το μοσχοκάρυδο.

Η μητέρα μου, όπως και όλες οι μαμάδες εκείνης της εποχής, ήταν για μένα η νεράιδα των Χριστουγέννων, η τέταρτη από τους Μάγους, η ταχυδακτυλουργός που ζέσταινε μαγικά την ατμόσφαιρα του σπιτιού, εκείνη που έβαζε την ψυχή της για να έχει τον πιο όμορφο επίλογο η χρονιά μας. Ένιωθα πως έστρωνε τις μέρες μας με απαλό, απάτητο χιόνι,  για να κάνει πάνω σε αυτό θριαμβευτικά τα πρώτα του βήματα το Νέο Έτος.

Και όταν χτυπούσε το κουδούνι έβαζε, τελευταία στιγμή, τα λεπτεπίλεπτα ψηλοτάκουνά της και έτρεχε να ανοίξει στους καλεσμένους. Μαζί με το κρύο έμπαιναν οι ευχές και η χαρά, τα παιχνιδιάρικα αρώματα των κυριών, τα γούνινα πανωφόρια που στοιβάζονταν στο διπλό κρεβάτι, τα ποτά με τους χρυσούς φιόγκους, τα ατέλειωτα κουτιά από σοκολατάκια και τα αμέτρητα παιχνίδια για μας, τους μικρούς. Άρχιζε το πάρτι… Και ήταν σίγουρο πως θα είναι επιτυχημένο.

Τώρα που τα θυμάμαι όλα αυτά συγκινούμαι σε σημείο που δακρύζω. Ίσως γιατί συνειδητοποιώ πως, λίγο –λίγο και χρονιά τη χρονιά,  έχω αφήσει να ξεφτίσει μέσα μου το χαρούμενο πνεύμα των γιορτών. Πως, αντίθετα με τη μητέρα μου, η περιποίηση προς τους καλεσμένους μου εξαντλείται στην παραγγελία μιας πίτσας ή ενός γύρου με έξτρα σως. Συνειδητοποιώ πως, για να νιώσω πως έρχονται Χριστούγεννα, τραβολογώ τα παιδιά στα πολυκαταστήματα με τον προκάτ στολισμό, με τα ψυχρά φώτα, με αγνώστους που στριμώχνονται δίπλα μας, αναζητώντας -όπως εμείς- κάτι από το πνεύμα και τη γεύση των Χριστουγέννων. Συνειδητοποιώ πως αγοράζω έτοιμα τα γλυκίσματά μας για να γλιτώσω τον κόπο. Πως δεν καθαρίζω καν με επιμέλεια το σπίτι ( έλα, μωρέ, ποιος θα ‘ρθει;) Πως το Χριστουγεννιάτικο πάρτι μας είναι αυτό που προβάλλει η τηλεόραση.  Πως η κρίση «έκλεισε» το σπίτι μου και την καρδιά μου. Πως η ζωή, έτσι όπως τη ζω, με στράγγισε από κάθε είδους μεράκι.

Έχω βέβαια άλλοθι. Οι καιροί έχουν αλλάξει, έτσι δεν είναι;

Και σκέφτομαι:

Δουλεύω όλη μέρα’ δε θα χωθώ στις διακοπές μου στην κουζίνα για να κάνω δίπλες! Τι το κακό έχουν οι έτοιμοι κουραμπιέδες’ μια χαρά είναι… Έλα, μωρέ, που θα κάνω πάρτι, ας βγούμε όλη η παρέα έξω, να γλιτώσω και τη λάντζα. Σιγά μην στολιστώ και φορέσω και τα καλά μου για τα Χριστούγεννα’ πιτζάμα και καναπές και το « Στην Υγειά σας» στην TV να με νανουρίζει’ όλη μέρα τακούνι και τρέξιμο στο γραφείο, πότε θα ξεκουραστώ; Χριστουγεννιάτικο πάρτι με τα παιδιά; Δεν αυτοκτονώ καλύτερα;! Θα τα αφήσω στη γιαγιά και θα βγω έξω, σε μία πίστα, κάπου… Να κάνω κάτι, να πάω κάπου, για να νιώσω πως ήρθαν Χριστούγεννα. Αυτά σκέφτομαι.

Γιατί πάνε εκείνα τα παλιά, τα παραδοσιακά…Οι καιροί άλλαξαν! Για τη ακρίβεια, εγώ τους άλλαξα. Εγώ ξέβαψα το χρώμα των Χριστουγέννων, εγώ ισοπέδωσα τα πάντα, εγώ έκανα άτονες τις γιορτινές μέρες, εγώ έβγαλα τη χαρά από τη ζωή μου. ΕΓΩ βαριέμαι… Και όσο βαριέμαι, τόσο χάνω το Πνεύμα των Χριστουγέννων και βρίσκω πως εκείνο το παραδοσιακό «πρωτόκολλο» των γιορτών είναι μία ανοησία. Μια χαζομάρα, γεμάτη ανούσιες, χρονοβόρες «λεπτομέρειες».

Αλλά στις λεπτομέρειες κρύβεται η ζωή. Στη σημειολογία. Στο μπιρμπιλωτό, στο κιτς, στην ιεροτελεστία της γιορτής, στη διάθεση να «ανοίξεις» το σπίτι σου για να γιορτάσεις το γεγονός πως είσαι ζωντανός και υγιής για ακόμη μία χρονιά.

Αχ, τι αποφάσισα τώρα…

Αποφάσισα να γίνω ανάλαφρη… Αποφάσισα να αφεθώ στη χαζοχαρούμενη ατμόσφαιρα των γιορτών. Αποφάσισα να κουραστώ για «ασήμαντες λεπτομέρειες».

Θα καθαρίσω το σπίτι, θα μαγειρέψω, θα κάνω μέχρι μελομακάρονα με τα παιδιά. Θα γεμίσω με στολίδια το σπίτι, θα αγοράσω δώρα για όλους, θα ψήσω γαλοπούλα. Θα βγάλω το καλό σερβίτσιο στο τραπέζι, θα καλέσω φίλους.

Η χαρά βρίσκεται στις λεπτομέρειες. Το Πνεύμα των Χριστουγέννων κρύβεται στις λεπτομέρειες. Δε θέλω τα παιδιά να με θυμούνται μπροστά στην TV, στον καναπέ, τυλιγμένη με τη ρόμπα, ανάσκελα, σαν αναποδογυρισμένο, δυστυχισμένο σκαθάρι, με το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, πίσω μου, σαν νεκρό σκηνικό, να πασχίζει να τα πείσει πως ήρθαν τα Χριστούγεννα.

Φέτος, θέλω να γίνω ο σκηνοθέτης του χριστουγεννιάτικου παραμυθιού τους. Θέλω, από δω και μπρος, να θυμούνται τα οικογενειακά μας Χριστούγεννα  με νοσταλγία. Να θυμούνται γεύσεις και αρώματα, μυρωδιές και εικόνες φωτεινές, αστραφτερές, αισιόδοξες. Να θυμούνται το γαρίφαλο και το μοσχοκάρυδο, τα φώτα αναμμένα, τις μουσικές στο τέρμα, το σπίτι ξέχειλο από καλεσμένους, κι εμένα, με λεπτεπίλεπτα παπούτσια, να «στρώνω» χαρά σαν φρέσκο, απάτητο χιόνι στο σαλόνι μας. Έτσι, για να πατήσει φαντασμαγορικά πάνω του ο Καινούργιος Χρόνος. Έτσι, για το καλό…

Γιώτα Στεφάνου

Γιώτα Στεφάνου

Γεννήθηκε στη Λάρισα, σπούδασε Ιατρική στη Θεσσαλονίκη, ζει στην Αθήνα, όπου ασκεί την Παιδιατρική. Είναι μητέρα τριών παιδιών. Έχει γράψει τέσσερα βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη: Έρωτας που κυλάει δε χορταριάζει, η Κυνηγός, ο Κάμπος με τις κούκλες, Τί κρύβεις;
Γιώτα Στεφάνου