Ήταν δεν ήταν τριάμιση ετών, τότε. Η πρωτότοκή μου.

Μόλις δύο εβδομάδες στον παιδικό σταθμό. Υψηλός πυρετός και εντονότατος πόνος στο αυτί. Η πρώτη της ωτίτιδα.

Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα αντιβίωσης παθαίνει ρήξη τυμπάνου μα ο πόνος δεν υποχωρεί. Παίδων. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Παρακέντηση πρώτη. Γενική αναισθησία. Αντιβίωση ισχυρή ενδοφλέβια. Τίποτα. Αξονικές, κόντρα αξονικές, καλλιέργειες, αιματολογικές εξετάσεις. Τίποτα. Παρακέντηση δεύτερη. Γενική αναισθησία. Πάλι τίποτα. Παρακέντηση τρίτη. Τέταρτη. Πέμπτη. Έκτη. Μέχρι και τη δωδέκατη.

Η λύση πια μόνο χειρουργείο.

«Αν δεν ανοίξουμε το κεφάλι της, δεν μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει».

Και είδαν. Τοξικότατο μικρόβιο είχε καταφάει τα οστά γύρω από το αυτί και είχε φτάσει σχεδόν ως τη μήνιγγα του εγκεφάλου. Ένα μήνα στο Αγία Σοφία. Αγωνία, κλάμα, νεύρα. Απίστευτα νεύρα γιατί μέσα στο δωμάτιο έφερναν παιδάκια με γρίπη. Δίπλα σ’ ένα παιδί που προσπαθούσε να αναρρώσει από ένα τέτοιο χειρουργείο.

Με θυμάμαι να βρίζω. Θεούς, δαίμονες και κυρίως γιατρούς. Να ζητάω μονόκλινα, να ζητάω διαρκώς νοσοκόμες πάνω από το κεφάλι της, να ζητάω τα πάντα. Ό,τι μου κατέβαινε. Ένα πρωί με πήρε από το χέρι ο διευθυντής της κλινικής. Εγώ πάλι έβριζα. Του φώναζα «κοντεύω μήνα εδώ μέσα, δεν αντέχω άλλο». Δεν μου μιλούσε. Με οδήγησε, όμως στο τέρμα του διαδρόμου. Μπροστά από μία πόρτα κλειστή. «Απαγορεύεται η είσοδος. ΕΛΠΙΔΑ, Μονάδα Παιδιών με Καρκίνο».

– Αυτές οι μάνες, μου είπε, έχουν κανά δυο χρόνια να βγουν από ‘δω μέσα.

Αυτό μου είπε. Κι εγώ το βούλωσα. Και από τότε έμαθα να το βουλώνω. Ή τουλάχιστον, το παλεύω.

Διαβάστε επίσης: