«Επιβιώσαμε» γιατί ήμασταν μαζί

Δύο μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια. Που γελάνε ευπροσήγορα και ταυτόχρονα ακτινογραφούν. Χωρίς υστεροβουλία. Έτσι απλά, όπως κάνει ένα παιδί που σε κοιτάζει και ξέρεις ότι δεν μπορείς να του κρύψεις τίποτα, ότι είσαι διαφανής.

Αυτά τα μάτια είναι τα πρώτα που μου έρχονται κάθε που τη φέρνω στο μυαλό μου. Από παιδί, που της τσουλούσα σκοντάφτοντας το καρότσι της. Κι αυτή με κοίταζε σαν να ήμουν κάτι πολύ σπουδαίο. Κι εγώ ένιωθα πολύ σπουδαία. Με το που ερχόταν σπίτι μας, είχε αυτό το βλέμμα που έχουν τα παιδιά όταν ετοιμάζονται να μπούνε στο τσίρκο ή όταν ανοίγουν τα χριστουγεννιάτικα δώρα. Κι εγώ με τον αδελφό μου παλεύαμε να της σκαρώσουμε ένα «τσίρκο» από πλάκες και ευφάνταστα κόλπα. Και γαργάλημα, πολύ γαργάλημα. Το στοίχημα (χωρίς να το έχουμε εκφράσει ποτέ) ήταν να την κάνουμε να γελάσει τόσο που να της «φύγουν». Το είχαμε κερδίσει πολλές φορές. Κι ενώ ένιωθα πάντα τύψεις μετά από αυτό, με το ανεξίκακο γέλιο που συνέχιζε να μας χαρίζει και μετά τις «δοκιμασίες», εξιλεωνόμουν.

Το γέλιο της. Το δεύτερο που τη χαρακτηρίζει. «Δεμένο» πάντα με τα μεγάλα μάτια της είναι, λες, η φυσική της κατάσταση. Σαν μια πηγή που αναβλύζει. Και ρέει πάντα αβίαστα, ακόμα κι όταν σου περιγράφει την πιο πονεμένη πληγή της. Το ανεξάντλητο χιούμορ της είναι μια σούπερ δύναμή της. Ανοίγει δρόμο μέσα από τις κακουχίες, τις μικρότητες, τον ζόφο της ζωής, σαν ένα φωτεινό Εξκάλιμπερ. Κι εγώ φουσκώνω από περηφάνια όταν την κάνω να γελάσει. Γιατί αυτή είναι το απόλυτο μέτρο.

Μεγαλώσαμε κάνοντας ατελείωτες, ξέγνοιαστες απλωτές σε θάλασσες από γέλια. Και η χημεία μας πάντα αδιάβροχη. Κάποια στιγμή που «ενηλικιωθήκαμε» την άφησα. Και μ’ άφησε κι αυτή. Να κολυμπήσει μόνη της στα βαθιά. Χωρίς τις δανεικές μου πατερίτσες. Σε μια επιλογή της που έμοιαζε τοίχος απροσπέλαστος ανάμεσά μας. Κι εγώ ήμουν άνθρωπος άκαμπτος, «ασπρόμαυρος», με σκληρές γωνίες και αιχμές. Έκανε παλικαρίσια τον κύκλο της, με τη σημαία των αρχών της ψηλά, έκανα κι εγώ τον δρόμο μου και ξανασυναντηθήκαμε κανά δυο χρόνια μετά στην ίδια θάλασσα με τα γέλια. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα. Σαν να είμαστε από πάντα εκεί.

Τώρα, πια η θάλασσα με τα γέλια έχει κάπως κοπάσει. Έχουν περάσει από πάνω της ανεμοθύελλες και μπουρίνια. Τα αντίτιμα της συνειδητότητας. Μας κακοφάνηκε κάποια στιγμή: «Ρε, δεν κατουριόμαστε απ’ τα γέλια όπως παλιά». Κατάλαβα, όμως, πως πια δεν έχει σημασία. Το γέλιο μας αγκυροβόλησε στα μάτια μας, σίγουρο κι απάνεμο λιμάνι. Μ’ ένα βλέμμα καταλαβαινόμαστε, συνεννοούμαστε, μοιραζόμαστε λύπη και χαρά. Και η χαρά είναι πολύ δύσκολη στο μοίρασμα. Είναι σπάνιο να τη νιώσει κάποιος δική του, σαν να τον αφορά προσωπικά, σαν μια τραμπάλα που θέλει δύο για να γίνει διασκεδαστική.

Οι δυο μας, σε μέση ηλικία πια. Κι εγώ, που γράφω και επικοινωνώ με παιδιά, με το χέρι στην καρδιά ξεχωρίζω ένα παιδί, το παιδί που έχει μέσα της. Που δεν χάθηκε κολυμπώντας στα βαθιά, που κράτησε την ίδια αυθορμησία, τον ίδιο ενθουσιασμό για τα θαύματα της ζωής, την ίδια γενναιότητα.

Με «έξτρα μπόνους» την κεκτημένη σοφία της που στη δίνει με ενσυναίσθηση, σαν ένα γλυκό σιρόπι για το βήχα, χωρίς να σε βαραίνει. Με την ίδια ματιά-ακτινογραφία, που νιώθεις ότι σε καταλαβαίνει, σε «έχει», χωρίς να σε κρίνει. Κι ενώ η όψη μας έχει αλλάξει πολύ, είμαστε ακόμα μαζί δυο σκανταλιάρικα παιδιά που κουρδίζει το ένα το άλλο και χαιρόμαστε, έτσι, από μόνες μας, χωρίς λόγο.

Πίσω από αυτή τη χαρά, εγώ πάντα με μετρώ και με βγάζω λιγότερη από αυτήν. Γιατί ενώ εγώ κάνω προσπάθεια να είμαι καλή, η δική της καλοσύνη είναι, σαν το γέλιο της, πηγή που αναβλύζει αβίαστα. Είναι η μεγαλύτερη σούπερ δύναμή της. Ανοιχτή καρδιά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτή αγκαλιά. Δεν με στενοχωρεί η σύγκριση. Ίσα ίσα, έχω να μοιάσω.

«Αμάν πια με τις αναλύσεις σου!» θα μου πει και θα με πάρει απ’ το χέρι. Κι εγώ ανεβαίνω στην τραμπάλα μαζί της και αφήνομαι να μετρώ την αγάπη της με ένα μόνο συναίσθημα: ΕΥΤΥΧΙΑ.

*Το τελευταίο βιβλίο της Ασπασίας Πρωτογέρου  «ΘΕΟΙ, ΗΡΩΕΣ & ΤΕΡΑΤΑ, oι περιπέτειες του Τίμου Στην ελληνική μυθολογία» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris

Ασπασία Πρωτογέρου

Ασπασία Πρωτογέρου

Δεν ξέρω πώς ακριβώς να αυτοπροσδιοριστώ. Είμαι work in progress. Και μάλλον αυτό με προσδιορίζει. Κάποια βασικά: η πίστη μου στο Θεό και στο “σχέδιο”, η αγάπη μου για τα παιδιά του κόσμου, τη φύση (ιδιαίτερα την ελληνική και ιδιαίτερα τη θάλασσα), τα ζώα. Είμαι μια υπό διαμόρφωση καλή νεράιδα και φιλοδοξώ κάποια στιγμή να μπορέσω να πετάξω, να γίνουμε όλοι ένα, να βασιλέψει η αγάπη, κι όπως λένε στα καλλιστεία, world peace. Χαλιέμαι που δεν έχω πόρους και χρόνο για σημαντικά πράγματα όπως το να αποκωδικοποιήσω τα μηνύματα του άνεμου μέσα στις φυλλωσιές. Μέχρι να έρθουν να με πάρουν φορώντας μου το λευκό μπλουζάκι που δένει τα χεράκια στην πλάτη, απολαμβάνω την τιμή να γράφω βιβλία για παιδιά ρουφώντας παράλληλα τη σοφία τους προκειμένου να εξελιχθώ, φτιάχνω διάφορα με υλικά από τη φύση και παλεύω να πετάξω από πάνω μου κιλά, εγωισμούς και πεποιθήσεις. Άλλωστε, είπαμε, προπονούμαι να πετάξω...
Ασπασία Πρωτογέρου