– Ξέρεις τη διαφορά του Θεού από τον διάβολο; με ρωτάει συχνά ο καλύτερός μου φίλος.

– Όταν ο Θεός λέει «τώρα» ο διάβολος σιγομουρμουρίζει: «αύριο».

Και αύριο αν τον ρωτήσεις το ίδιο θα πει. «Αύριο». Και μεθαύριο το ίδιο.

Και έτσι πάει για αύριο αυτό που μόλις σε θύμωσε αλλά έπρεπε να ξεκαθαρίσεις τώρα, πάει για αύριο αυτό που σε ανησύχησε και στο επόμενο λεπτό θα είχε λυθεί αν είχες ασχοληθεί με αυτό, πάει για αύριο αυτό που σε στεναχώρησε και κοίτα να δεις που θα σε στεναχωρήσει διπλά αύριο γιατί και αύριο «αύριο» θα πεις και το πρόβλημα θα είναι εκεί και θα σε κοιτάει.

Να σου δώσω ένα παράδειγμα.

(Συγγνώμη κιόλας που σου απευθύνομαι στον ενικό αλλά είναι σαν να μιλάω σε έναν καθρέφτη που καθρεφτίζεσαι εσύ και βλέπω εμένα.)

Είναι, λοιπόν, Δευτέρα πρωί. Σε παίρνουν τηλέφωνο από το σχολείο, την ώρα που εσύ πνίγεσαι στη δουλειά, για να σου πουν ότι το βλαστάρι σου έκανε κοπάνα και δεν εμφανίστηκε από τα μέρη τους, «είστε ενήμερη γι αυτό;» κι εσύ ίσα που προλαβαίνεις να θυμώσεις γιατί το φαξ που έστελνες έχει μείνει στη μέση και γράφει  «εξαιρετικά επείγον», μόλις το στείλω, σκέφτεσαι, να πάρω τηλέφωνο να δω πού στο καλό είναι και δεν πήγε σχολείο, γαμώτο το φαξ μιλάει συνέχεια, «σας ζητάνε στην άλλη γραμμή» και κάπως έτσι κυλάει η μέρα, φτάνεις αγχωμένη στο σπίτι για να ταϊσεις τους πεινασμένους, «γιατί δεν πήγες σχολείο σήμερα;» ρωτάς αλαφιασμένη, κάτι σου λέει,  ούτε καν ακούς και αντί να το βουτήξεις από το μαλλί, που λέει ο λόγος, εκείνη την ώρα και να το βάλεις κάτω να σου πει πώς, τι και γιατί, είσαι τόσο κουρασμένη που προτιμάς να κοιμηθείς για λίγο και «θα τα πούμε με εσένα μετά».

Και εδώ μόλις έβαλε ο διάβολος το χέρι του.

Γιατί μετά, δεν υπάρχει χρόνος. Χρόνος γι αυτό που άφησες στη μέση, δηλαδή, γιατί για όλα τα άλλα υπάρχει, βλέπε φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ, δουλειές, κουτσομπολιά, μαγειρέματα, ξέρεις τώρα, το ξέχασες ήδη, σου πέρασε και ο θυμός, πέφτεις ξανά για ύπνο, το πρωί όλα ήσυχα και πού να τα ταράζεις  με δυσάρεστες (κυρίως για εσένα) κουβέντες, και τσουπ μια εβδομάδα μετά, σε ξαναπαίρνουν από το σχολείο για να σου πουν ότι το βλαστάρι σου «κάθεται περισσότερο στο καπνιστήριο παρά στο θρανίο του και πρέπει να έρθετε από ‘δω γιατί δημιουργεί και προβλήματα στην τάξη όταν μας κάνει την τιμή να την επισκεφτεί».

Και ως δια μαγείας το μικρό πρόβλημα μεγάλωσε.

Και άρα η λύση του είναι πιο δύσκολη. Και άρα ο πονοκέφαλος που προκαλεί είναι εντονότερος και άρα η συζήτηση που απαιτείται θέλει πολύ περισσότερο χρόνο και αφού τίποτα στην ημέρα σου δεν έχει αλλάξει, «θα τα πούμε αργότερα οι δυο μας».

Δηλαδή αύριο.

Δηλαδή ποτέ.

Και ένα ανέφελο πρωινό, μόλις έχεις ξυπνήσει από τον μακαριώτατο ύπνο του δικαίου όπου όλα πηγαίνουν ακριβώς όπως τα ονειρεύεσαι, μετράς τα σύννεφα μέσα στο σπίτι σου και τα βρίσκεις πολλά. Και σκούρα.

Και σηκώνεις τα χέρια και το ακουστικό μαζί για να ζητήσεις μια γνώμη, μια συμβουλή ή -το χειρότερο- βοήθεια, ξέροντας όμως από πριν τι πρόκειται να ακούσεις:

– Θυμάσαι ρε συ, τη διαφορά του Θεού από τον διάβολο;

Όταν ο Θεός λέει «τώρα» ο διάβολος ψιθυρίζει «αύριο».

Αύριο.