Ο μαμάκιας μπορεί να είναι γλυκούλης στα 2, αλλά όχι στα 35

Έχω μια ομολογία να κάνω.

Είμαι μια μαμά που μεγάλωνα μαμάκηδες, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνω. Όταν ήταν μικρά, τα αγόρια μου λάτρευα το πόσο με χρειαζόντουσαν και εννοείται ότι δεν είχα καλύτερο από το να τρέχω πίσω τους. Φυσικά σε μια τέτοια ηλικία, όταν έχεις ένα μωρό δηλαδή, αυτό ήταν ό,τι πιο φυσιολογικό.

Αντλούσα τεράστια ευχαρίστηση με το να προσπαθώ να θηλάσω το ένα μωρό, να παρηγορήσω ένα άλλο μικρό που ξυπνούσε τρομαγμένο από έναν εφιάλτη και να βοηθήσω ένα τρίτο να πάει στο μπάνιο – κι όλα αυτά υπνοβατώντας στις 2 τα ξημερώματα. Αρνιόμουν οποιαδήποτε βοήθεια με περισσή περηφάνια και γι’ αυτό έπαιρνα και τα τρία μου αγόρια σε όλα τα ραντεβού με γιατρούς αλλά και παντού. Ετοίμαζα τρία διαφορετικά γεύματα το βράδυ, έβαζα τα παιχνίδια τους στην θέση τους και έκανα τα πάντα. Μέχρι μια ηλικία, θα μου πεις, λογικό. Μετά όμως το πράγμα προχώρησε: Κούμπωνα το μπουφάν των γιων μου σε ηλικία πέντε ετών και έδενα τα παπούτσια τους στα 10. «Μαμά μου κάνεις ένα τοστ; Μου φτιάχνεις τη βαλίτσα; Μου πιάνεις ένα ποτήρι νερό; ‘Ναι! Η μαμά μπορεί! » ήταν η πολεμική κραυγή μου.

Και η μαμά, εγώ δηλαδή, τα έκανα όλα γι’ αυτούς. Και κυρίως αυτά που δεν χρειαζόταν να κάνω. Ήμουν της – παράλογης – λογικής ότι κανένας άλλος δεν θα μαγειρέψει την τέλεια ομελέτα ή δεν θα πλύνει και θα σιδερώσει το πουκάμισο και κάθε ρούχο όπως κάνω εγώ. Ενδέχεται να είχα ψιθυρίσει και ένα, «Μην με αφήσετε ποτέ!», ενώ τα έβαζα για ύπνο. Ήταν όλο αυτό δυσλειτουργικό και εξαρτώμενο; Πιθανότατα. Εγώ όμως εκεί. Να το αναπαράγω. Άλλωστε ήμασταν όλοι τόσο χαρούμενοι. Ήμασταν μια ευτυχισμένη γεμάτη αγάπη οικογένεια και αυτό μου έφτανε.

Τα χρόνια πέρασαν λίγο και τα αγόρια μου μεγάλωσαν. Έφτασαν 7, 9 και 12, και κάπου εκεί άρχισα να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά.  Άρχισα να βλέπω τα λάθη μου, την εξάρτηση που τους είχα καλλιεργήσει και τρόμαξα.

Ασυναίσθητα έκανα μια νοερή βουτιά στο μέλλον και τους φαντάστηκα 35 ετών. Να ζούμε φυσικά στο σπίτι όλοι μαζί, γιατί τι λόγο θα έχουν να φύγουν, όταν η μαμά είναι πάντα εκεί δούλα και κυρά;

Φαντάστηκα ότι θα υπάρχουν τρίχες στον νεροχύτη του μπάνιου μετά το ξύρισμα, βρώμικα εσώρουχα και κάλτσες στο πάτωμα και δυνατά ροχαλητά από κάθε υπνοδωμάτιο. Τους φαντάστηκα να χοροπηδάνε κυριολεκτικά τριγύρω μου απαιτώντας να αποδώσω δικαιοσύνη όταν ένας από αυτούς θα έχει χρησιμοποιήσει το τζελ του άλλου ή θα έχει φάει το τελευταίο κομμάτι παστίτσιο. Με φαντάστηκα να βάζω μια κούνια δίπλα στο πλυντήριο και απλά να κοιμάμαι εκεί για να προλαβαίνω τις πλύσεις καθώς δεν θα έχω προσωπικό χώρο και χρόνο. Με φαντάστηκα τα πρωινά να τους σέρνω από τα πόδια από το κρεβάτι για να πάνε για δουλειά – αν έχουν δουλειές – και να τους κάνω αυγά, με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Φαντάστηκα τα κορίτσια τους, να μην τους αντέχουν τόσο κολλημένους με τη μάνα τους, τόσο εξαρτημένους τόσο άβουλους. Και συνήλθα. Και κατάλαβα.

Κατάλαβα ότι το να μεγαλώνεις μαμάκηδες είναι ολέθριο. Για τους άντρες που θα βγουν στον κόσμο αύριο και για σένα που τους έκανες έτσι.

Και κάπου εκεί άρχισα να χαλαρώνω αυτούς τους δεσμούς. Άρχισα ν δίνω περισσότερη ανεξαρτησία και περισσότερες ευθύνες. Πήρε καιρό, πολύ καιρό, με καυγάδες, γκρίνιες και αντιδράσεις μέχρι να φέρω στα ίσα όσα είχα κάνει, αλλά τα πράγματα τελικά πάνε καλύτερα.  Τα αγόρια μου τώρα ντύνονται μόνα τους το πρωί, πλένονται και δένουν τα παπούτσια τους μόνα τους. Κάνουν την εργασία τους πριν ξεκινήσω να τους γκρινιάζω. Ανακυκλώνουν και βάζουν στην θέση τους τα πλυμένα πιάτα. Μαζεύουν τα ρούχα τους. Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν και το κάνουν και τρώνε τα πάντα, και όχι μόνο τα αγαπημένα τους φαγητά.

Τις περισσότερες φορές.

Εντάξει, μερικές φορές.

Είναι μια διαδικασία, το είπα και πριν.

Τώρα όμως βλέπω ξεκάθαρα ότι δεν πρέπει να μπερδεύουμε τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Τα παιδιά μεγαλώνουν και εμείς πρέπει να τα καθοδηγούμε με αγάπη στο δρόμο της υπευθυνότητας και στη συνέχεια να τα αφήνουμε ελεύθερα σε πράσινους βοσκότοπους.

Και τότε, όταν πια θα φύγουν, θέλει ψυχραιμία και όχι εμμονές όπως το να σας παίρνουν τηλέφωνο καθημερινά, κάθε Κυριακή να έρχονται στο σπίτι σας και να έχουν δίπλα τους τις γυναίκες που μόνο εσείς θεωρείτε κατάλληλες.

Δεν θέλω να μεγαλώσω μαμάκηδες. Αλλά άντρες.

Γράφει η Κλειώ Αλευρά