Από μικρή φοβόμουν τα εμβόλια. Και πριν γίνω μάνα. Η βελόνα που τρυπάει το δέρμα ήταν περισσότερο αποκρουστική στο μυαλό μου παρά στην πραγματικότητα. Γιατί στην πραγματικότητα, το εμβόλιο, ή ένεση, όπως θες πες το, είναι ακριβώς όπως στην περιγράφουν: ένα τσίμπημα, μια ανάσα, μια στιγμούλα μόνο. Όλα τα υπόλοιπα, τα τρομερά, τα φρικιαστικά, τα δημιουργεί το μυαλό, τα μεγεθύνει τόσο πολύ που αρχίζεις να κλαις και δεν μπορεί κανείς και τίποτα να σε παρηγορήσει γι΄αυτό που νομίζεις ότι σε περιμένει, καμία λιχουδιά, κανένα αρκουδάκι, κανένα χάδι της μάνας σου.

Το χειρότερο με όλη αυτή την ιστορία, ήταν ότι δεν είχε κανένα νόημα να επιχειρήσω να το αποφύγω, δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής. Ήταν σοβαρό θέμα υγείας, ήταν ένα τεράστιο ΠΡΕΠΕΙ, το πιο επώδυνο από όλα τα πρέπει που μου είχαν επιβληθεί σε αυτή την τρυφερή ηλικία. Θα προτιμούσα να πλένω τα δόντια μου 10 φορές την ημέρα, να κάνω καλύτερα γράμματα, να είμαι περισσότερο υπομονετική και γενικά, ήμουν πρόθυμη να είμαι το καλύτερο παιδί του κόσμου, αρκεί να μπορούσα να γλιτώσω από αυτή τη βελόνα.

Μεγάλωσα, και κατάλαβα ότι τα εμβόλια είναι ένα τίποτα, όχι μόνο σε σύγκριση με τη θωράκιση που προσφέρουν, αλλά και από μόνα τους. Τα απομυθοποίησα και αυτή η φοβία έγινε μια γλυκόπικρη ανάμνηση των παιδιών μου χρόνων που όταν την ανασύρω, μόνο να γελάσω μπορώ με τα καμώματά μου.

Μέχρι που έγινα μαμά, άρχισα να ξαναζώ τον μικρό αυτόν εφιάλτη μέσα από την κόρη μου. Όταν ήταν μωρό τα εμβόλια έδιναν και έπαιρναν και όλα ήταν εύκολα γιατί «δεν καταλάβαινε» ή μάλλον γιατί αυτό που πολύ καλά καταλάβαινε στο πετούσε στα μούτρα με ένα δειλό κλαματάκι, με δυο χειλάκια που κατέβαιναν προς τα κάτω και που με ένα χάδι όλα γινόταν όπως πριν, σαν να μην συνέβη ποτέ.

Όταν όμως το μωρό έγινε 18 μηνών παιδάκι, με «άποψη» και φόβους, η επίσκεψη στον παιδίατρο ήταν δύσκολη. Σε όλη τη διαδρομή δεν μιλούσε, και αυτό ήταν μια ένδειξη ότι είχε βουβαθεί από τον φόβο. Αυτός ο φόβος της, σκάλιζε την «πληγή» της δικής μου παιδικής ηλικίας και αντί να δείξω γενναία για κάτι πραγματικά τόσο ασήμαντο, φοβόμουν που θα φοβόταν και πονούσα που θα πονέσει και τα έκανα μαντάρα.

Όταν φτάσαμε στην παιδίατρο, αυτή που ήθελε παρηγοριά στην πραγματικότητα ήμουν εγώ, άλλο αν παρίστανα τη γενναία. Επανέλαβα, όλα αυτά που μου έλεγαν όταν ήμουν μικρή, ενώ η μικρή τραβούσε το χέρι της πίσω, καθώς η γιατρός την πλησίασε με την βελόνα.

«Δεν είναι τίποτα» είπα με τρεμάμενη φωνή, «μόνο ένα τόσο δα τσιμπηματάκι, σαν να σε τσιμπάει κουνουπάκι»… Η μικρή συνέχισε να τραβάει το χέρι της δειλά προς τα πίσω και μαζί της τραβιόμουν και εγώ. Η παιδίατρος με αγριοκοίταξε, και με το δίκιο της.

«Κυρία Ζησοπούλου, για πείτε μου» είπε, «θα πάτε τελικά με την Ειρήνη να δείτε σε εκείνο το μεγάλο πάρκο τα ζωάκια που μου λέγατε;».

Για μια στιγμή αποσυντονίστηκα.

«Ποιο πάρκο; Ποια ζωάκια;». Η γιατρός γούρλωσε τα μάτια της, και επιτέλους μπήκα στο νόημα. «Α ναι, και βέβαια θα πάμε, να δούμε όλα τα υπέροχα ζωάκια…».

Η μικρή γύρισε προς το μέρος μου γεμάτη ενθουσιασμό και τότε η γιατρός της έκανε το εμβόλιο. Ούτε δάκρυα, ούτε τίποτα, όπως ήταν αναμενόμενο.

«Αυτό ήταν» είπε η γιατρός και μετά τη ρώτησε «πόνεσε;» και πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει, απάντησα εγώ: «Ε, λίγο…»