Από τότε που έγινα μάνα, και πάνε 12 χρόνια τώρα, τοποθετήθηκα από συγγενείς φίλους και γνωστούς σε ένα ιερό βάθρο χωρίς να το θέλω. Και δεν ήμουν η μόνη. Όταν μια γυναίκα γίνεται μητέρα, παίρνει αυτόματα από την κοινωνία ένα στέμμα, ένα σκήπτρο και μια κορδέλα λες και κέρδισε στα καλλιστεία. Με τη διαφορά ότι περισσότερες μάνες δεν έχουμε δηλώσει συμμετοχή σε κανέναν διαγωνισμό μητρότητας και δεν θέλουμε δόξες και τιμές επειδή απλά φέραμε ένα παιδί στον κόσμο, καθώς ξέρουμε πως αρκεί ένα απλό παραπάτημα για να βρεθείς από το θρόνο, με τα μούτρα στο πάτωμα.

Αυτό το «με τα μούτρα στο πάτωμα», τα δεκάδες δάχτυλα που σε δείχνουν με «κατηγορώ», τα δαγκωμένα χείλη, οι ματιές με νόημα είναι κάτι που βιώνα και βιώνω καθημερινά, αν σαν μάνα, κάνω, πω, ή σκεφτώ κάτι που δεν συμβαδίζει με τα «πρέπει» που έχει ορίσει η κοινωνία. Με αυτούς τους άγραφους νόμους που λένε τι είναι σωστό και τι όχι, με τη νοοτροπία που υμνεί τη θυσία της μάνας, που επικροτεί το να μην ασχολείται με τίποτα άλλο παρά μόνο με το παιδί της, που αν τολμήσει να δυσανασχετήσει, να πει ότι κουράστηκε, αν διανοηθεί να πανηγυρίζει – όπως εγώ τώρα – που επιτέλους άνοιξαν τα σχολεία, είναι «κακή» μάνα ή έστω δεν είναι τέλεια.

Κι όμως θα το πω. Ύστερα από τρεις εβδομάδες διακοπών, μετρούσα τις μέρες για να ανοίξουν τα σχολεία. Μετρούσα τις ώρες για να πιω έναν καφέ με την ησυχία μου το πρωί χωρίς να ακούω τη λέξη «μαμά» ανά 5 νανοσεκόντ, να κυκλοφορήσω μέσα στο σπίτι με το βρακί γιατί επί τρεις εβδομάδες στο σπίτι μπαινόβγαιναν προεφηβάκια που έπρεπε να με βλέπουν αξιοπρεπή. Να μιλήσω στο τηλέφωνο με την ησυχία μου, να καπνίσω και να φυσήξω τον καπνό μου όπου θέλω, να μείνω για κάποιες ώρες σε ένα σπίτι όπου επικρατεί η ησυχία. Και φυσικά να δουλέψω – καθώς δουλεύω από το σπίτι – ανενόχλητη, χωρίς διακοπές, χωρίς τίποτα να διατάρασσει την ησυχία μου, χωρίς την ερώτηση «που είναι η μπλούζα μου;», «έχει ζεστό νερό;», «που είναι το βιβλίο μου;», «θα με πας στη φίλη μου την τάδε;», «ο Γιάννης μου χάλασε τα ακουστικά» και μπορώ να λέω μέχρι το βράδυ.

«Έλα πώς κάνει έτσι» θα σου πουν στην καλύτερη οι άλλες μαμάδες. «Δεν θα είναι μικρά για πάντα. Σε λίγο καιρό θα τα νοσταλγείς όλα αυτά». Το πιο πιθανό είναι ότι θα τα νοσταλγώ. Και είναι σίγουρο ότι δεν θα είναι μικρά για πάντα, όπως σίγουρο είναι πως δεν θα είμαι και εγώ για πάντα 35, 45 κ.λ.π. Είναι θεμιτό για όλες τις μαμάδες του κόσμου να αποζητούν λίγες ώρες ηρεμίας μέσα στην καθημερινότητα και απόλυτα ανθρώπινο να αναστενάζουν με ανακούφιση όταν τα παιδιά λείπουν για 6 ώρες στο σχολείο, όταν πάνε μια εκδρομή το Σαββατοκύριακο και μπορείς να έχεις κάποιες στιγμές με τον εαυτό σου και τον άνθρωπό σου, όταν καταφέρεις εσύ να πας μια εκδρομή, όταν τα «παρκάρεις» για λίγες ώρες στη γιαγιά και τον παππού, στην θεία, στη φίλη.

Αυτά τα «διαλείμματα» είναι απαραίτητα και αν δεν υπήρχαν ίσως να μην τα βγάζαμε πέρα. Το να αδημονώ για το πότε θα ανοίξουν τα σχολεία, το να πηδάω από τη χαρά μου που σήμερα άνοιξαν, δεν με κάνει κακή μητέρα, ούτε αποδεικνύει ότι δεν αγαπώ τα παιδιά μου. Αντιθέτως είναι ένα δείγμα ότι είμαι συναισθηματικά υγιής, ότι μπορώ ακόμα να θυμάμαι πως δεν είμαι μόνο μάνα αλλά και πολλά άλλα εξίσου ενδιαφέροντα και άξια θαυμασμού. Και αυτές τις λίγες ώρες «ελευθερίας» που μου δίνονται χαίρομαι που μπορώ να εστιάζω στις άλλες πλευρές προσωπικότητάς μου και έτσι, θυμάμαι ποια είμαι.

Γράφει η Λίνα Παπαδοπούλου