Όλοι λέμε πως θέλουμε «ευτυχισμένα παιδιά». Πως σκοπός μας είναι να τα βοηθήσουμε και να τα στηρίξουμε ώστε να γίνουν ώριμοι, ισορροπημένοι, ευτυχισμένοι ενήλικες. Όμορφα! Πόσοι όμως ΕΙΜΑΣΤΕ πραγματικά τέτοιοι ενήλικες; Λειτουργεί το «θέλω να προσφέρω στα παιδιά μου ό,τι δεν είχα/δεν είμαι εγώ»;

Κι όμως προσπαθούμε… Με ό,τι γνωρίζουμε, λάβαμε, είμαστε, κάνουμε...Με όλα όσα ακολουθούμε, τα περισσότερα από τα οποία δεν αμφισβητήσαμε ποτέ ούτε εξακριβώσαμε αν λειτουργούν.

Αυτή η «μυστήρια» λεξούλα, «παιδεία», έχει περιεχόμενο. Και δεν είναι το περιεχόμενο που της δίνει η «εκπαίδευση», το οποιοδήποτε υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, όσο όμορφο και ανανεωτικό κι αν το φτιάξουμε. Γιατί είναι ΣΥΣΤΗΜΑ! Και η αληθινή παιδεία δεν χωράει σε κανένα σύστημα.

Η «τρομακτική» αλήθεια (για όποιον από εμάς δεν θέλει να το συνειδητοποιήσει) είναι πως κανένα παιδί, κανένας άνθρωπος δεν χωράει σε οποιοδήποτε σύστημα. Είναι αδύνατον να φτιάξουμε ορισμένους κανόνες, συγκεκριμένες μεθόδους, οριοθετημένες πρακτικές, που να λειτουργούν απόλυτα και αποδοτικά, πάντα, για όλους, με τον ίδιο τρόπο.

Πώς μεγαλώνεις ένα παιδί αλήθεια; Πότε καθίσαμε να το σκεφθούμε πραγματικά, βασανιστικά, χωρίς έτοιμες, μασημένες απαντήσεις που στερούνται βιωματικής απόδειξης και απουσιάζει από αυτές η βάσανος της άγνοιας μας;

Ένα παιδί είναι ένας ολόκληρος κόσμος, κρυμμένος, στον οποίο έχουμε την πρόκληση να εισχωρήσουμε ή όχι. Δεν υπάρχει τρόπος να καταφέρουμε να το κάνουμε αυτό αν δεν εγκαταλείψουμε τη σιγουριά της γνώσης του δικού μας κόσμου. Είναι – παραμένει – εκβιασμός να θέλουμε να εισάγουμε οποιοδήποτε παιδί στον δικό μας κόσμο, χωρίς να θέλουμε να γνωρίσουμε, να εξερευνήσουμε τον δικό του.

Ο «δικός του κόσμος» όμως δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά ούτε τον ίδιο τρόπο επικοινωνίας με τον δικό μας. Δεν είναι ποτέ τόσο ξεκάθαρος ή φανερός, όπως υποθέτουμε ότι είναι. Τις πιο πάνω προκλήσεις τις γνωρίζουμε όλοι όσοι είμαστε παρόντες γονείς, βιώνοντάς τες καθημερινά. Είτε το ομολογούμε είτε όχι, βαθιά μέσα μας αναγνωρίζουμε την αμφιβολία για όσα κάνουμε, την βάσανο των όσων λέμε και επιχειρούμε. Συνήθως, κλείνοντας τα όλα, σε ασφαλές μέρος του νου μας, για να μην αναγκαστούμε να τα δούμε.

Θα πρέπει όμως – θα αναγκαστούμε – αργά ή γρήγορα να αντιμετωπίσουμε ό,τι αφήσαμε. Να αξιολογήσουμε όσα κάνουμε. Να αναθεωρήσουμε όσα θεωρούμε δεδομένα, τολμώντας να κοιτάξουμε τα παιδιά ίσια στα μάτια και όχι αφ’ υψηλού. Ακόμα κι αυτά που θεωρούμε πλέον «ενήλικες», ενώ παραμένουν ανασφαλή παιδιά, τα περισσότερα χωρίς πυξίδα.

Πώς γίνεται να έχουμε κομματιαστεί τόσο που να παραμένουμε ανίκανοι και φοβικοί να συνδέσουμε τα κομμάτια μας, να συνδυάσουμε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε από τη ζωή μας, να συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε, ξοδεύοντας την ενέργειά μας σε ό,τι κοινωνικά και συλλογικά θεωρούμε «καλό», «φυσιολογικό», απαραίτητο ή μονόδρομο;

Δεν έχουμε πολλά χρόνια στη ζωή των παιδιών μας για να το κάνουμε όλο αυτό… Από την άλλη, θα παραμένουν/παραμένουμε παιδιά, μέχρι να αποφασίσουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας με νέα μάτια, με εντελώς διαφορετικές πρακτικές και χωρίς δεδομένα.

Ίσως τότε σταματήσουμε τις αλόγιστες επαναλήψεις. Με το θάρρος που δεν πιστεύαμε πως διαθέταμε, ίσως αλλάξουμε το χρόνο και ξαναγράψουμε την ιστορία μας. Γιατί, αν δεν ξαναγραφτεί, δεν έχουμε τα εργαλεία ούτε την σοφία για να δημιουργήσουμε το μέλλον.

Η ψευδαίσθηση είναι ότι πολλοί από εμάς πιστεύουμε πως δεν είμαστε γονείς, πως το θέμα δεν μας αφορά, πως μπορούμε να προσπεράσουμε…

Το διαβάσαμε εδώ