Ένα πρόωρο μωρό και ένας πατέρας που διηγείται

Πρόωρο

Υπάρχουν ήρωες της καθημερινότητας; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Οι εξαιρετικές συνθήκες δεν είναι προαπαιτούμενα των έξοχων πράξεων; Extreme times call for extreme measures, που έλεγαν και στο χωριό της γιαγιάς μου.

Λοιπόν, καλές οι σκέψεις, αλλά τί γίνεται, όταν από καθαρή τύχη βρίσκεσαι στο ιατρείο ενός γυναικολόγου κι αυτός σου λέει κατάμουτρα πως ό,τι περίμενες πέντε εβδομάδες μετά θα’ρθει το ταχύτερο δυνατό; Πως βρίσκεσαι σ’άλλη πόλη (οικεία, μα ξένη στη συγκεκριμένη περίσταση) μεταξύ άγνωστων ανθρώπων που δε δείχνουν καμία διάθεση να συμμεριστούν κάτι απ’τον τρόμο σου; Πως περνάς ώρες ατελείωτες κλεισμένη σ’ένα δωμάτιο μ’άλλες πέντε κλεισμένες στον εαυτό τους, στο φόβο και την αγωνία τους; Ποια εσωτερική δύναμη είναι αυτή που σε κάνει να υψώσεις τη φωνή σου στον ουρανό; Να βγάλεις νύχια λιονταριού; Να χιμήξεις πάνω σ’ανθρώπους που’χουν μάθει να’ναι απροσπέλαστοι, γιατί έτσι τους βολεύει; Πόσο γυμνασμένους μύες χρειάζεσαι, για να μπεις βαδίζοντας στον προθάλαμο ενός χειρουργείου; Πώς σηκώνει η μέση σου το μολυβένιο κορμί σου, για να ξαπλώσει στο κρεβάτι του προεγχειρητικού ελέγχου;

Πώς νιώθεις, όταν όλοι σε συμβουλεύουν ν’αποφύγεις να δεις τη σάρκα απ’τη σάρκα σου την πρώτη της μέρα στον κόσμο; Πόσο θράσος χρειάζεται, για να σηκωθείς φρεσκοεγχειρισμένη και να περπατήσεις τα εκατό βήματα που χωρίζουν την ευτυχία απ’τη δυστυχία σου; Να χτυπήσεις το κουδούνι της ΜΕΝΝ και να περιμένεις να σου ανοίξουν; Πόσα βάρη πρέπει να’χεις σηκώσει; Σε πόσα γυμναστήρια; Για να καταφέρεις να σηκώσεις τα χέρια σου μέχρι το νιπτήρα και να τα σαπουνίσεις; Να κάνεις τα δέκα τελευταία βήματα; Για να φτάσεις μέχρι εκείνο το πλαστικό κουκούλι μέσα στο οποίο κλείστηκε ξαφνικά, χωρίς κανείς να σε ρωτήσει, όλη σου η ζωή;

Παρόλ’αυτά όμως, η ανταμοιβή σου να είναι να δεις την ψυχή σου προσωποποιημένη, αλλά γεμάτη σωληνάκια. Μια διάφανη επιδερμίδα πάνω σε μία σειρά από κοκαλάκια πιο εύθραυστα κι από κλωνιά τριαντάφυλλου.

Μια ψυχή που απαγορεύεται να αγγίξεις. Πώς το καταφέρνεις, μου λες;

Η ρουτίνα είναι λέξη ζωγραφισμένη με σκούρα χρώματα. Της έχουμε φορέσει το μανδύα της ανεπιθύμητης, της απεχθούς. Όλ’αυτά, όμως, μέχρι να’ρθει κάποιο χέρι να μας πιάσει απ’το λαιμό και να μας πετάξει έξω απ’αυτήν. Τότε, μόνο τότε, καταλαβαίνουμε και ικετεύουμε να γυρίσουμε σ’αυτήν, την παλιά, την οικεία. Αυτήν που μυρίζει σπίτι, χαρμολύπη, αυτήν που’ναι δική μας. Όμως ο χρόνος, ο μεγάλος μας αυτός εχθρός, δε ρωτά. Σε βγάζει απ’τις οικείες μυρωδιές. Γεμίζει τη μύτη σου με αντισηπτικά και τ’αυτιά σου με το μονότονο βόμβο του θηλάστρου. Κλάμα μωρού; Χα! Το δικό σου δεν κλαίει (λες στον εαυτό σου για να παρηγορείσαι). Γιατί ξέρεις μέσα σου πως κλαίει, αλλά δεν έχει παρά μόνο δύο μικρά φυλλαράκια για πνευμόνια και δεν ακούγεται καθόλου. Ακόμη κι αν έκλαιγε όμως, δε θα τ’άκουγες, γιατί είναι αλλού, μακριά.

Εσύ, όμως, εκεί, σέρνεσαι στην καινούργια σου ρουτίνα. Αποστείρωση – τρόμος – θήλαστρο – τρόμος – κατάψυξη – τρόμος – τσάντα – τρόμος – παγοκύστες – τρόμος – ταξί – τρόμος – είσοδος – τρόμος – ανελκυστήρας – τρόμος – κουδούνι – τρόμος – διάδρομος – ΤΡΟΜΟΣ – αποστείρωση – απόγνωση – μία ματιά στο κουκούλι – αναζήτηση γιατρού – νέα – μελέτη των διαγραμμάτων – ανακούφιση. Ανακούφιση;