Που πήγε το μικρό μου; – από το «μαμά μη φύγεις», στο «μάνα μην έρθεις στη γιορτή»

Σου έχω υποσχεθεί ότι δεν θα κλαίω σε αγιασμούς, γιορτές και παραστάσεις.

Νιώθεις μεγάλη πια και εγώ σε ρεζιλεύω. Γίνομαι κουλ, και καταπίνω όλες τις αγκαλιές και τα φιλιά που θέλω να σου δώσω μέχρι να σκάσεις, πριν κλείσει πίσω σου η καγκελόπορτα του σχολείου. Θέλω να βγάλω το κινητό και να φωτογραφίσω κάθε σου νέα άφιξη σε μια καινούρια τάξη, να έχω να την θυμάμαι γιατί για μένα πάντα είσαι το πρωτάκι μου. Αλλά δεν το κάνω. Για την ακρίβεια δεν κάνω τίποτα απ’ όσα θα ήθελα. Άσε που δεν τα κάνει και κανένας άλλος γονιός.  Το παίζουμε όλοι άνετοι και χαλαροί, αλλά όλοι μας ξέρουμε πολύ καλά μέσα μας ότι θα θέλαμε να είμαστε παρόντες στον αγιασμό και παντού αν γίνεται. Να είμαστε μόνο δυο μάτια σε έναν τοίχο και να βλέπουμε. Όχι για να κατασκοπεύσουμε, αλλά για να καμαρώσουμε.

Έλεγα, λοιπόν, ότι καλώς ή κακώς, για μένα θα είσαι πάντα το πρωτάκι μου. Από εκείνη την πρώτη μέρα που μου έσφιγκες το χέρι μπροστά στο άγνωστο, που κοιτούσες πίσω σου να δεις αν έφυγα, που στεκόμουν εκεί για να με βλέπεις και να νιώθεις σιγουριά μέχρι να μπεις στην μεγάλη πόρτα του σχολείου. Κάθε χρόνο ο αποχωρισμός γινόταν πιο εύκολος για σένα. Από την μία φούσκωνα με υπερηφάνεια που άνοιγες τα φτερά σου και από την άλλη ένιωθα κάθε χρόνο αυτό το χεράκι μέσα στο δικό μου όλο και πιο χαλαρό, όλο και πιο σίγουρο, μέχρι που λύθηκε εντελώς από το δικό μου.

Έξι χρόνια δημοτικού πέρασαν μέχρι που έφτασες γυμνάσιο και απόμεινα με ένα άδειο χέρι, χωρίς το δικό σου μέσα, που δεν ήξερα τι να το κάνω. Το έβαζα στην τσέπη μου και ύστερα το σήκωνα για να σε χαιρετήσω από μακριά  – είτε με έβλεπες είτε όχι – γιατί για εμένα πάντα είσαι το πρωτάκι μου. Αλλά αυτό το κρατάω για μένα, δεν θα στο πω γιατί, ξέρω, γίνομαι πολύ μελό και  δεν τα μπορείς αυτά.

Κάθε χρόνο έξω από την βαριά καγκελόπορτα, προσπαθώ να κάνω πράξη όλα αυτά που διαβάζω στα βιβλία, και όλα αυτά που διατείνονται οι ειδικοί: να σε αφήσω να φύγεις, να κάνεις τα δικά σου βήματα και απλά να είμαι εδώ όταν εσύ θα με χρειαστείς και όχι όποτε θέλω εγώ.

Και το κάνω. Με θρησκευτική ευλάβεια.  Όμως μέσα μου  τα μάτια της ψυχής βλέπουν ακόμα εκείνο το μικρό κοριτσάκι που έσερνε άτσαλα την τσάντα με τις ρόδες και τις ατελείωτες καρδούλες, που τώρα έδωσε τη θέση της σε έναν κακοχυμένο μαύρο σάκο με συνθήματα, καρφίτσες και μπαλώματα – γιατί όσο πιο ταλαιπωρημένος δείχνει τόσο πιο «μαγκιά».

Βλέπω αυτή τη φοβισμένη μικρή που αναζητούσε με το βλέμμα απεγνωσμένα ένα συμπαθητικό πρόσωπο για να ακουμπήσει και να κάνει την πρώτη της φίλη και τώρα ξεχύνεται με ενθουσιασμό στις αγκαλιές των συμμαθητών της για να πουν τα δικά τους.

Βλέπω εκείνο το κοριτσάκι που ήθελε να ντύνεται στα παστέλ, να φοράει κοκαλάκια με γατάκια στα καλοχτενισμένα μαλλιά της και που τώρα ρίχνει μια αχτένιστη τούφα μπροστά και πασχίζεις να συναντήσεις τα μάτια της.

Όπως και να χει, είτε με ροζ τσιμπίδια είτε με μαύρους σάκους, εγώ συγκινούμαι την πρώτη μέρα στο σχολείο. Σου έχω υποσχεθεί ότι δεν θα κλαίω. Νιώθεις μεγάλη πια και εγώ σε ρεζιλεύω. Γίνομαι κουλ, και καταπίνω όλες τις αγκαλιές και τα φιλιά που θέλω να σου δώσω μέχρι να σκάσεις, πριν κλείσει πίσω σου η καγκελόπορτα του σχολείου. Γιατί για μένα πάντα είσαι το πρωτάκι μου κι ας μην το ξέρεις.