Όταν φανταζόμουν τον εαυτό μου ως μητέρα, είχα αποφασίσει μέσα μου, πως θα συζητούσα τα πάντα με το παιδί μου, και θα αποφασίζαμε μαζί για το τι θα έπρεπε να κάνει. Ίσως επειδή εγώ δεχόμουν διαταγές από τους δικούς μου γονείς, είτε γιατί δεν ήθελα να είμαι αυταρχική. Όταν έκανα παιδί ακολούθησα αυτό τον δρόμο με όχι τόσο επιτυχημένα αποτελέσματα.

Αυτό που ξέχασα στην πορεία ήταν ότι ο γονιός ήμουν εγώ και σαν γονιός όφειλα να δίνω εντολές μέσα στην καθημερινότητα, προκειμένου με αυτές να καθοδηγήσω το παιδί μου και να το βοηθήσω να μάθει μερικά πράγματα και να υιοθετήσει κάποιες καλές συνήθειες.

Έτσι ενώ το παιδί μου ήταν μικρό το ρωτούσα «θα στρώσεις το κρεβάτι σου;», «θα πλύνεις τα χέρια σου;», «θα διαβάσεις τα μαθήματά σου;». Αν και νόμιζα ότι το να του δίνω το δικαίωμα της επιλογής, θα ήταν κάτι που θα εκτιμούσε και θα τον «χτυπούσε» στο φιλότιμο, με αποτέλεσμα να έχουμε μια τέλεια «συνεργασία», έγινε το ακριβώς αντίθετο. Η μικρή, εφόσον είχε την επιλογή, απαντούσε σε όλα «όχι» και όταν, για να το διορθώσω, έλεγα «ε όχι θα το κάνεις, τί θα πει όχι;» η απάντηση που λάμβανα ήταν «τότε γιατί με ρωτάς;».

Με λίγα λόγια το παιδί, μού έλεγε από μόνο του «γιατί με ρωτάς, πες μου απλά κάντο».

Είναι γεγονός πως ως γονείς θέλουμε να αισθανόμαστε ότι δίνουμε στα παιδιά επιλογές και όχι να τα καθοδηγούμε όλη την ώρα, γιατί αυτό μπορεί να γίνει κουραστικό και για τις δύο πλευρές. Και δεν αρνείται κανείς πως το να δίνουμε στα παιδιά μας χώρο για να παίρνουν αποφάσεις είναι πραγματικά σπουδαίο. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο με όρια και κανόνες και υπάρχουν πολλά που τα παιδιά πρέπει να μάθουν και να δεχθούν για να επιτύχουν στη ζωή. Και ειδικά όταν μιλάμε για μικρά παιδιά νηπιακή ηλικία τα οποία «χρειάζεται» να ακούν συγκεκριμένες εντολές.

Ένας από τους βασικότερους λόγους που το παιδί μου δεν άκουγε τις εντολές μου ήταν γιατί δεν ήταν εντολές, αλλά ερωτήσεις. Αντί δηλαδή να δηλώνω με τον τρόπο διατύπωσής μου, ότι αυτό πρέπει να γίνει, μετέτρεπα την εντολή σε ερώτηση, του έδινα επιλογή του «όχι» και τελικά αυτοακυρωνόμουν, όταν αντιδρούσα στην αρνητική απάντηση. Και το χειρότερο, έδινα την εντύπωση ότι ζητούσα τη συναίνεσή του, σε πράγματα που δεν επιδέχονταν όχι.

Δεν είναι δυνατόν να ρωτήσω το 6χρονο παιδί μου αν θα πλύνει τα βρώμικα χέρια του πριν καθίσει στο τραπέζι, αν θα μαζέψει τα παιχνίδια του, τα οποία μπορεί να πατήσει και να χτυπήσει, αν θα φάει πρωινό, που επιβάλλεται, αν θα πάρει το φάρμακό του όταν είναι άρρωστος ή αν θα ντυθεί χοντρά όταν κάνει κρύο.

Μερικά πράγματα δεν σηκώνουν το «όχι» σαν απάντηση. Και τα περισσότερα από αυτά είναι θέματα που αφορούν την υγεία και την ασφάλειά του.

Θα ρωτούσες ποτέ το παιδί σου αν θα βάλει ζώνη στο αυτοκίνητο;