Η μάνα του σήμερα: φίλη μου, είσαι ο σύγχρονος manager – η mamager

mamager

Ξέρεις, ο νεολογισμός – το ευφυολόγημα – “mamagers” δε μου άρεσε καθόλου. Η μαμά – manager, διευθύνουσα, αφεντικό. Υπονοεί όλα αυτά που σιχαίνομαι. Σχέσεις που διέπονται από μία λογική διαχείρισης, δομές ιεραρχικές, ένταξη των ανθρώπων σε μία λειτουργία εργαλειακή που κρίνεται περισσότερο από το αποτέλεσμα. Είναι αυτό «μαμά»;;;;;;; Σίγουρα δεν είναι η δική μου η εικόνα της μάνας. Του λείπει η γλύκα και η αίσθηση της ασφάλειας, η μυρωδιά της θαλπωρής.

Όμως, τελικά, ανταποκρίνεται η δική μου αίσθηση σε αυτό που είναι η μητέρα σήμερα;

Εν ολίγοις, η μάνα μου (αυτό που θυμάμαι από εκείνη) είναι και η μάνα των παιδιών μου; Ταυτίζονται οι λειτουργίες, η καθημερινότητα; Πιο πολύ ακόμα, ταυτίζονται οι απαιτήσεις;

Όταν οι ερωτήσεις γίνονται πολλές, τις απαντήσεις δίνουν πάντα οι ποδοσφαιρικές αναλογίες. Ναι, ναι, το δικό μου σύμπαν βρίσκει όλες του τις απαντήσεις σε μια σειρά σκέψεων που κινούνται γύρω από το κλώτσημα μιας μπάλας. Ξέρω, δεν χωράει στο μυαλό σου, αλλά το ποδόσφαιρο τα εξηγεί όλα κι έχει σχέση μ’όλα και τα επηρεάζει όλα. Ή τουλάχιστον τον τρόπο που τα βλέπω.

Να γυρίσουμε στη μάνα; Τι σχέση έχει η μάνα με το ποδόσφαιρο;

Θες να σ’το κάνω χειρότερο; Τι σχέση έχει η μάνα με το αγγλικό ποδόσφαιρο;

Λοιπόν, φίλη μου, η μάνα ως θεσμός–ως λειτουργία–ακολουθεί (εντάξει, χονδροειδώς και κάπως απλουστευτικά) την πορεία της εξέλιξης του προπονητή top flight αγγλικής ομάδας. Ο τύπος τη δεκαετία του ’60 αρκούνταν στο ν’αναπτύσσει τη φυσική κατάσταση και να σκληραγωγεί τους παίκτες βασιζόμενος κατά τ’άλλα απλώς στο φυσικό ταλέντο τους. Στη δεκαετία του ’80 αρχίζει ν’ασχολείται και μ’άλλα πράγματα, όπως, το πώς ο παίκτης του ζει εκτός γηπέδου, τι τρώει, πώς περνά τον ελεύθερο χρόνο του. Ο σημερινός προπονητής δεν αποκαλείται boss, όπως οι προηγούμενοι, αλλά manager. Η ομάδα είναι όλη στα χέρια του. Αποφασίζει απ’τη διάταξη που θα παίξει, πώς θα προπονηθούν οι παίκτες και τι θα φάνε, ως το ποιοι θα φύγουν και ποιοι θ’αποκτηθούν, αν θα χτιστεί νέο γήπεδο ή αν θα κλειστεί χορηγία με την Α ή τη Β εταιρεία.

Ο manager του σήμερα είναι ένας άνθρωπος πολύ πιο πολύπλοκος με γνώσεις εκτός του στενού του πεδίου ενασχόλησης, ένας άνθρωπος σχεδόν αναγεννησιακός.
Ξέρει πολλά κι όλοι – πρωτίστως οι παίκτες του – απαιτούν απ’αυτόν σχεδόν τα πάντα. Περίπου όπως απαιτούν τα παιδιά απ’τη μάνα του σήμερα. Αυτή πρέπει να ξέρει τί κάνει να τρώνε, αλλά και να το μαγειρεύει. Πρέπει να μπορεί να τα διαβάσει απ’τη Μελέτη Περιβάλλοντος (υπάρχει τέτοια σήμερα;) ως σχεδόν τη βιολογία κατεύθυνσης και να μπορεί ν’αποφανθεί αν η μονάκριβή της πρέπει να πάει στο ωδείο ή το tae kwon do. Και ταυτόχρονα πρέπει να ξέρει αυτά για τα οποία δεν πήγε ποτέ σχολείο, για τα οποία δεν υπάρχει σχολείο. Ν’αγκαλιάζει και να φιλάει τρυφερά, να χαμογελάει ακόμη και όταν είναι έξαλλη μπροστά στο ράφι με τις Έλσες ή τις Μπάρμπι στο κατάστημα παιχνιδιών, να στηρίζει μαζί με τα μικρά και το μεγάλο παιδί που αγάπησε χωρίς να γεννήσει.

Η μάνα του σήμερα: φίλη μου, είσαι ο σύγχρονος manager – η mamager.

Αυτός που προσπαθεί να κρατήσει την ομάδα top flight. Να νικήσει τους κινδύνους που απειλούν τους πανάκριβους (τους μονάκριβους εν προκειμένω) παίκτες του και μαζί τους δαίμονές του, τις ανασφάλειες ότι δεν κάνει κάτι καλά, ότι δεν τα ξέρει όλα, ότι θα καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή μπροστά τους (μπροστά στους σταρ που προσπαθεί να κουμαντάρει) και θα χάσει για πάντα το σεβασμό τους. Κι αν χάσει την αγάπη τους;

Κι εγώ τι είμαι; Τι λέει το ποδόσφαιρο για μένα;

Για μένα που κουβαλάω πάνω μου το ίδιο βάρος που κουβαλούσε ο πατέρας μου χωρίς να έχω τους ώμους του. Εγώ που έκανα οικογένεια έχοντας ψηθεί ότι θα είμαι αφεντικό και βλέπω τη θέση του manager πιασμένη. Που προσπαθώ να τους εμπνεύσω την ασφάλεια που μου ενέπνεε ο δικός μου μπαμπάς που τον έβλεπα διαρκώς παρόντα ενώ εγώ κάνω guest star εμφανίσεις στο σαλόνι. Που θέλω να τους δείχνω τρυφερότητα αλλά τα χέρια μου είναι τραχιά ή η φωνή μου μεταλλική από το άγχος. Εγώ ο άνεργος ή ο υποαμειβόμενος, εγώ που τους πήρα και ζούμε κάπου στην Ευρώπη ή σε μία άχαρη γειτονιά γιατί δε βγαίναμε με την παλιά μου δουλειά.

Σου είπα. Το ποδόσφαιρο έχει όλες τις απαντήσεις.

Εγώ δεν είμαι πια manager, δεν είμαι καν δεκάρι ή σέντερ φορ.

Εγώ είμαι ο ψηλός άχαρος (βασικός πάντα) σέντερ μπακ. Που διώχνει διαρκώς τις σέντρες των αντιπάλων, που προσπαθεί να καταστρέψει το παιχνίδι τους για να μη ματώσουν τα δίχτυα μας, που παίζει με το φρύδι σκισμένο, τον ώμο εξαρθρωμένο και την κάλτσα γεμάτη αίματα. Κι όμως έχει ακόμα το κεφάλι ψηλά. Γιατί έτσι πρέπει να τον βλέπουν–όχι οι φίλαθλοι, αυτούς τους έχει γραμμένους στις τάπες των μισοσκισμένων ποδοσφαιρικών του–αλλά οι μικροί φερέλπιδες συμπαίκτες του–οι αληθινοί σταρ–κάτι λιλιπούτειες ντίβες σε στολές μπαλέτου ή καράτε ή ό,τι τους έχει καπνίσει αυτή την εβδομάδα. Για να παίρνουν θάρρος. Και να βάζουν γκολ ή να χάνουν ευκαιρίες αλλά να παίζουν με όσο καλύτερες συνθήκες γίνεται.

Για να τον βλέπει και ο προπονητής του. Η mamager. Για να μπορεί να τη βγάλει κι αυτή την εβδομάδα στην ηλεκτρική καρέκλα της.

Γράφει ο Regista