Μια συγκινητική, αληθινή ιστορία του Χόρχε Μπουκάι

Χόρχε Μπουκάι

Ο Μαρκ είχε γεννηθεί µε µία πολύ βαριά ασθένεια του ανοσοποιητικού συστήµατος. Ένα σύνδροµο ανεπάρκειας της άµυνας του οργανισµού, που κάποια γενετική αλλοίωση του είχε φορτώσει για πάντα. Τα παιδιά που γεννιούνται µε αυτή τη βαριά ανωµαλία -πολύ σπάνια ευτυχώς- έχουν πολύ λίγες πιθανότητες επιβίωσης, ή τουλάχιστον είχαν όταν ο Μαρκ ήρθε στον κόσµο. Δεδοµένης της ανικανότητας να παραχθούν αντισώµατα, οποιαδήποτε µόλυνση µπορούσε να τον αποτελειώσει σε λίγες εβδοµάδες, όσο συνηθισµένη κι αν ήταν για έναν κανονικό άνθρωπο. Η µόνη λύση ήταν να δηµιουργηθεί γύρω του ένα αποστειρωµένο περιβάλλον, όπου ο Μαρκ θα µπορούσε να ζει ελπίζοντας πως η επιστήµη θα ανακάλυπτε µια άλλη λύση για το ανοσοποιητικό του πρόβληµα.

Γιος ενός αυστηρού και εργατικού αγροτικού γιατρού και µιας δασκάλας, ο Μαρκ είχε την ευκαιρία να επιβιώσει τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας χάρη στις οικονοµικές προσπάθειες των γονιών του, χάρη στο δικό του θάρρος και κυρίως, χάρη στη σχεδόν αποκλειστική αφοσίωση της µητέρας του. Ζώντας σε µια κρεβατοκάµαρα κι ένα γραφείο µ’ ένα µπάνιο ανάµεσά τους και αποµονωµένος από το υπόλοιπο σπίτι και τον κόσµο, µε ερµητικά κλειστές πλαστικές κουρτίνες, τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του δεχόταν µετρηµένες επισκέψεις στον ιδιωτικό και προστατευµένο χώρο του.

Για να αποφευχθεί η εισαγωγή µικροβίων που θα αποτελούσαν πιθανή απειλή για τη ζωή του Μαρκ, κανείς δεν µπορούσε να τον πλησιάσει χωρίς να έχει πλύνει τα χέρια του µε αντισηπτικό και χωρίς να φοράει αποστειρωµένα ρούχα, στολή χειρουργού, µπότες και µαντίλι στο στόµα. Κατά τη διάρκεια αυτών των είκοσι χρόνων, ο Μαρκ είχε µάθει ό,τι ήξερε από τα αυστηρά και µεθοδικά µαθήµατα της µητέρας του, τις εις βάθος συζητήσεις µαζί της, από λίγα βιβλία που έφταναν στα χέρια του (καινούρια, καθαρά και αποστειρωµένα) και από τα λίγα που έβλεπε στην τηλεόραση.

Εκτός από αυτά, ο µοναδικός του τρόπος επικοινωνίας ήταν γράµµατα, φωτογραφίες και κάποιες συζητήσεις από το τηλέφωνο µε την υπόλοιπη οικογένεια.

Ήταν η µέρα που συµπλήρωσε τα εικοσιένα του, όταν ζήτησε από τη µητέρα του να αλλάξει και να µπει στο δωµάτιό του. Ήθελε να της µιλήσει.

«Μαµά», της είπε πολύ ήρεµα, «έχω πάρει µια απόφαση. Θα ταξιδέψω … ».

Η µητέρα παρέλυσε όταν άκουσε τον γιο της. Βγαίνοντας από το αποστειρωµένο περιβάλλον του δωµατίου του έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή του. Πράγµατι, η µοναδική φορά που είχε εγκαταλείψει το δωµάτιο ήταν όταν είχε πεθάνει ο πατέρας του και, παρά τις προφυλάξεις που είχε πάρει, ένας ιός της γρίπης που έφτασε στο σώµα του παραλίγο να τον σκοτώσει. Για δυο εβδοµάδες, κανείς από την οµάδα των γιατρών που τον παρακολουθούσαν -ούτε ο ίδιος ο Δρ. Σκόρο- δεν µπορούσαν να είναι βέβαιοι ότι θα ξεπερνούσε τον κίνδυνο.

«Γιε µου», του είπε στο τέλος, «ξέρεις ότι δεν µπορείς να το κάνεις αυτό. Εγώ θα έδινα και τη ζωή µου, το ξέρεις, για να σου χάριζα αυτήν τη δυνατότητα, αλλά είναι αδύνατον και λυπάµαι

«Κοίτα µαµά» είπε ο Μαρκ, «είµαι είκοσι ενός. Κανείς με αυτήν την αρρώστια δεν έχει ξεπεράσει τα είκοσι έξι, κι ας είχαν την ίδια ή καλύτερη φροντίδα από µένα. Υποτίθεται πως, αφού τελειώσει η ανάπτυξη, αρχίζει η προοδευτική και μη αναστρέψιµη φθορά στο συκώτι και τη σπλήνα. Εγώ δεν θέλω να πεθάνω, µαµά. Αλλά λιγότερο θέλω να εγκαταλείψω αυτόν τον κόσµο χωρίς να έχω δει τη Μόνα Λίζα. Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να έχω πατήσει ποτέ την άµµο µιας παραλίας ή χωρίς να έχω κάνει µπάνιο στη θάλασσα, κι ας είναι µόνο για µία φορά. Δε θέλω να φύγω για πάντα χωρίς να έχω επισκεφτεί τη θεία Γερτρούδη και τη φάρµα της στην Καλιφόρνια. Δεν θα πεθάνω, µαµά, χωρίς να σε αγκαλιάσω και να αισθανθώ το µάγουλό σου πάνω στο δικό µου, χωρίς τίποτα ανάµεσά τους, κι ας είναι µόνο για µία φορά

Η µητέρα έκλαιγε, αλλά του απάντησε:

«Η επιστήµη προοδεύει, Μαρκ. Ίσως σε µερικά χρόνια, αυτό που µέχρι σήµερα είναι ανίατο, να θεραπεύεται. Περίµενε λίγο, γιε µου … »

«Είµαι πρόθυµος να ακούσω τον Δρ. Σκόρο» είπε ο Μαρκ.

«Αν αυτός πει πως υπάρχει κάτι νέο, αν µου δώσει κάποια εναλλακτική λύση, αν έχει κάποια πληροφορία που αγνοώ, θα ξανασκεφτώ τη στάση µου. Αλλά αν δεν είναι έτσι, µαµά, στο λέω από τώρα: εγώ θα βγω απ’ αυτή τη φούσκα και θα ήθελα να πάω στην Ευρώπη µαζί σου, και στην παραλία και στη φάρµα της αδελφής σου. Βέβαια, αν δε θες να γίνεις συνεργός µου, µπορώ να το καταλάβω και θα το κάνω όπως και να ‘χει, ακόµα και µόνος.»

Ούτε ο Δρ. Σκόρο συµφωνούσε µε την απόφαση του Μαρκ. Του είπε πως, αν εκτεθεί στον έξω κόσµο, θα επιβιώσει έξι, το πολύ οχτώ, µήνες, αλλά όχι παραπάνω. Φυσικά, -δεν ήταν διατεθειµένος να πει ψέµατα-, από ιατρικά νέα δεν είχε τίποτα. Μπροστά στην αµετάκλητη απόφαση του Μαρκ, η µητέρα αποφάσισε να τον συνοδέψει στην τελευταία του περιπέτεια. Σχεδόν ένα µήνα αργότερα θαύµαζαν, απολαµβάνοντας, τα γλυπτά του Λούβρου, τους πίνακες του Πράδο, τα αρχαία της Ελλάδας και τις πλατείες της Ρώµης. Από ‘κει πέταξαν για την Καλιφόρνια.

Ο Μαρκ έλεγε πως δεν υπήρχε και τόσος χρόνος και είχε πολλά να κάνει. Η οικογένεια µε χαρά συνόδεψε τον Μαρκ στην πρώτη του ανάβαση σε άλογο, του έδειξαν πώς να αρµέγει τις αγελάδες και μοιράστηκαν µε τη µητέρα και τον γιο τη στιγµή που ο Μαρκ έκλαψε από συγκίνηση µπροστά στην απεραντοσύνη του ωκεανού. Πήγαιναν τέσσερις µήνες που έλειπαν από το σπίτι, όταν λίγα δέκατα συννέφιασαν τη χαρά όλων. Η µητέρα ζήτησε από τον Μαρκ να γυρίσουν στην πόλη και να επισκεφτούν τον Δρ. Σκόρο, κι έτσι έκαναν. Οι εξετάσεις δεν έδειξαν τίποτα το αναπάντεχο.

Ένα κρύωμα δεν ήταν επιπλοκή για κάποιον που δεν είχε ανεπάρκεια ανοσοποιητικού, αλλά ο Μαρκ χρειαζόταν παρά πολλή προσοχή.

Η ιατρική οµάδα συνέστησε την επιστροφή στη μόνωση του πλαστικού, αλλά ο Μαρκ αρνήθηκε. Οι γιατροί μπόρεσαν µόνο να αποσπάσουν την υπόσχεση του ασθενή ότι θα ξεκουραζόταν στο σπίτι για µερικές εβδοµάδες. Ήταν µέρες µεγάλης αγωνίας για τη µητέρα του Μαρκ, που αναρωτιόταν αν είχε κάνει λάθος. Θα έπρεπε να είχε εναντιωθεί µε περισσότερη επιµονή; Ίσως τα σχέδιά του να ήταν μεγάλα λόγια, και χωρίς την παρέα της µαµάς του ο Μαρκ να μην είχε τολµήσει να κάνει το βήµα που τώρα απειλούσε να γίνει η τελευταία επιθυµία του.

«Μαµά» φώναξε το παιδί από το κρεβάτι.

«Εδώ είµαι, παιδί µου, χρειάζεσαι κάτι;»

«Αγκάλιασέ µε» της ζήτησε και, καθώς πίεζε το µάγουλό του πάνω στο δικό της, της είπε, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις της.

Σ΄ ευχαριστώ πολύ, µαµά, εγώ ξέρω πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν να δεχτείς την απόφαση µου. Ο σεβασµός σου για μένα μπορεί να συγκριθεί µόνο µε την αγάπη µε την οποία πάντα µε φρόντιζες».

«Ίσως έπρεπε να είχα επιµείνει να µην πας … »

«Το έκανες, µαµά … Θα είχα πάει έτσι κι αλλιώς, αλλά ασφαλώς δεν θα είχα περάσει τόσο καλά» είπε ο Μαρκ χαµογελώντας.

Μετά από δύο εβδοµάδες ξεκούρασης και µητρικής φροντίδας, τα φάρµακα έφεραν αποτέλεσµα και ο κίνδυνος πέρασε. Ο Μαρκ σηκώθηκε από το κρεβάτι – στην αρχή µε την άδεια να τριγυρνάει µες στο σπίτι και µετά να κάνει σύντοµες βόλτες στην πόλη. Σε µία από τις πρώτες εξόδους του πήγε στο τεράστιο εµπορικό κέντρο κοντά στο σπίτι του. Σκόπευε να αγοράσει βιβλία για το Ισραήλ και την Αίγυπτο – τους επόµενους προορισµούς του, όπως είπε στη µητέρα του. Περνώντας από το δισκάδικο σκέφτηκε πως η µουσική αυτών των τόπων θα πρέπει να ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος για να πρωτογνωρίσει την κουλτούρα τους, και µπαίνοντας την είδε.

Ήταν µια κοπελίτσα γύρω στα είκοσι, µε τα µαλλιά γεµάτα µπούκλες, µελαχρινή και µε δύο υπέροχα πράσινα µάτια, που στον Μαρκ έµοιαζαν να λάµπουν από µακριά.

Σαν να τον τράβηξε µαγνήτης, την πλησίασε κι έµεινε κοκαλωµένος να την κοιτάζει. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, η κοπέλα τον ρώτησε:

«Μπορώ να σε βοηθήσω;»

Κι αυτός σκέφτηκε να της πει:

«Ναι, Πάµε να πιούµε κάτι. Πάµε να κάνουµε µια βόλτα. Άσε µε να σε κοιτάζω για ώρες. Πες µου κάτι για σένα … »

Αλλά δεν µπόρεσε. Ένας κόµπος είχε ανέβει στον λαιμό του και, ξεροκαταπίνοντας, είπε µονο:

«Θέλω αυτό το cd» πήρε το πρώτο που βρήκε µπροστά του και το έδωσε στην πωλήτρια χωρίς καν να το κοιτάξει.

Εκείνη χαµογέλασε παίρνοντας το cd και ρώτησε:

«Κάτι άλλο;»

Ο Μαρκ έχασε και αυτή τη δεύτερη ευκαιρία και, απλά έγνεψε όχι µε το κεφάλι. Ο κόµπος δεν τον άφηνε να µιλήσει. Η κοπέλα ρώτησε ακόµα:

«Είναι για δώρο;»

«Όχι. Είναι για µένα.»

«Θέλεις να σ’ το τυλίξω έτσι κι αλλιώς;»

«Ννννναι … » ψέλλισε το παιδί, συνειδητοποιώντας πως αυτό θα του έδινε λίγο χρόνο παραπάνω. Ίσως σ’ εκείνα τα λεπτά… καθώς αυτή τύλιγε τη θήκη του cd, ο Μαρκ σκεφτόταν όλα όσα θα µπορούσε να της πει αλλά ήξερε ότι δεν θα τολµούσε.
Όταν βγήκε από το µαγαζί η µαµά του τον ρώτησε αν είχε βρει αυτό που έψαχνε και ο Μαρκ της απάντησε αινιγµατικά:

«Ναι. Υποθέτω πως ναι».

Όταν έφτασαν σπίτι, διηγήθηκε στη µητέρα του όλο το συµβάν κι έβρισε τον εαυτό του που δεν είχε τολµήσει να πει τίποτα. Η µητέρα τον ηρέµησε λέγοντάς του πως µπορούσε να ξαναπάει στο µαγαζί την επόµενη εβδοµάδα και να βρει το θάρρος να της προτείνει να βγούνε ή να της ζητήσει το τηλέφωνό της για να µπορεί να την πάρει. Ο νέος δέχτηκε πως η µητέρα του, για άλλη µια φορά, είχε δίκιο. Μπορούσε να επιστρέψει, αλλά όχι σε µία βδοµάδα, την επόµενη µέρα.

Αυτή τη φορά ανακάτεψε κάτι ράφια κάνοντας πως ψάχνει κάτι σπάνιο, για να βρει ευκαιρία να την κοιτάξει.

Του φάνηκε ακόµα πιο όµορφη από την προηγούµενη µέρα. Όταν πήγε πιο κοντά, εκείνη φάνηκε να τον αναγνωρίζει, γιατί µε ένα χαμόγελο τον πλησίασε και του είπε:

«Γεια … Μπορώ να σε βοηθήσω;»

Ο Μαρκ αισθάνθηκε να κοκκινίζει και αυτό τον έκανε να ντραπεί. Έβηξε, ξεροκατάπιε ξανά και τελικά είπε:

«Αυτό το cd».

«Κι άλλο δώρο … Για σένα;» είπε η νεαρή, καθώς ο Μαρκ ανακάλυπτε ένα ταµπελάκι µε το όνοµά της, Τζένιφερ, και χαιρόταν που τον είχε θυµηθεί.

«Ναι. Παρακαλώ … » απάντησε µαγεµένος.

Για άλλη µια φορά, η ιεροτελεστία θαυµασµού της πλάτης της κοπέλας, καθώς εκείνη τύλιγε το χαρτί και την κορδέλα του αµπαλάζ. Για άλλη µια φορά, το ελάχιστο άγγιγµα των δαχτύλων της, καθώς της έδινε την πιστωτική κάρτα. Για άλλη µια φορά οι µατιές τους συναντήθηκαν φευγαλέα και, κυρίως, για άλλη µια φορά, η δειλία και η ντροπή του τον ανάγκασαν να µείνει σιωπηλός. Έτσι, ο Μαρκ συνέχισε να πηγαίνει στο δισκοπωλείο δύο-τρεις φορές τη βδοµάδα, κάθε φορά ελπίζοντας πως θα τολµούσε να της µιλήσει.

Αλλά, κάθε φορά, αφού αγόραζε ένα cd τυλιγµένο µε πολύχρωµα χαρτιά κι όλο και πιο φανταχτερές κορδέλες, έφτανε σπίτι και το φύλαγε στην ντουλάπα του δωµατίου του χωρίς να το ανοίξει, σαν σύµβολο της ατολµίας του. Μέχρι που, µια µέρα, ο νέος πήρε µια απόφαση. Εκείνη τη φορά θα της µιλούσε, θα έπαιρνε το ρίσκο, θα τολµούσε να ζήσει την απόρριψή της. Άλλωστε, όπως έλεγε η µητέρα του, δεν είχε τίποτα να χάσει και πολλά να κερδίσει. Ο Μαρκ δεν αισθανόταν καλά εκείνες τις µέρες. Μερικά δέκατα έδειχναν πως κάποιο νέο µικρόβιο τον ενοχλούσε. Τη Δευτέρα θα πήγαινε να επισκεφτεί τον Δρ. Σκόρο. Όπως κάθε Σάββατο, το εµπορικό κέντρο ήταν γεµάτο κόσµο.

Ο Μαρκ περιπλανήθηκε άσκοπα περιµένοντας να περάσει η ώρα και µετά, όταν όλοι άρχισαν να φεύγουν, µπήκε στο δισκοπωλείο και πήγε κατευθείαν προς την Τζένιφερ.

Εκείνη τον είδε να έρχεται και χαµογέλασε.

«Ήθελα … » άρχισε.

«Ναι;» είπε αυτή.

«Ήθελα … αυτό το cd» είπε για άλλη µια φορά, µε µια άγνωστη θήκη στο χέρι.

«Φυσικά» είπε η Τζένιφερ.

Και χωρίς να ρωτήσει, πήγε στον πάγκο του αµπαλάζ για να το τυλίξει για δώρο. Ο Μαρκ αναθεµάτισε σιωπηλά τον εαυτό του. Αλλά, πριν η Τζένιφερ γυρίσει να του δώσει το cd, τόλµησε να κάνει κάτι. Πήρε ένα µπλοκ αποδείξεων που έγραφε πάνω το όνοµα της κοπέλας κι έγραψε χωρίς εκείνη να τον πάρει είδηση:

«Γεια. Με λένε Μαρκ. Μένω εδώ. Θα ήθελα πολύ να πάµε να πιούµε κάτι και να µιλήσουµε. Αυτό είναι το τηλέφωνό µου 298-345688».

Και αφού το έγραψε, έκλεισε το µπλοκ και πλήρωσε φεύγοντας σαν να µην είχε συµβεί τίποτα. Τη Δευτέρα, χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού του. Η µητέρα το σήκωσε.

«Ναι;»

«Γεια σας … Ειµαι η Τζένιφερ, µπορώ να µιλήσω µε τον Μαρκ, παρακαλώ;»

Ακολούθησε µια µακριά σιωπή στη γραµµή, µέχρι η µητέρα να ξαναβρεί την ανάσα της και να απαντήσει:

«Λυπάµαι, Τζένη… Ο Μαρκ πέθανε χτες.»

Ίσως επειδή δεν υπήρξαν άλλες πωλήσεις εκείνη τη µέρα, ή επειδή τις Κυριακές η Τζένιφερ είχε ρεπό, το αποτέλεσµα ήταν να βρει το σηµείωµα του Μαρκ, όταν ήταν πια αργά. Η µητέρα έκλεισε το τηλέφωνο κλαίγοντας. Και χωρίς κανένα λόγο πήγε µέχρι το άδειο πια για πάντα υπνοδωµάτιο του γιου της. Άνοιξε την ντουλάπα και κοίταξε τη στοίβα µε τα τυλιγµένα cd στο πρώτο ράφι. Από περιέργεια η χωρίς κανένα λόγο άνοιξε το πρώτο από κάτω για να δει τι είχε µεσα. Πάνω στο cd ήταν κολληµένο ένα σηµείωµα που έλεγε:

«Γεια. Είµαι η Τζένιφερ. Είµαι καινούργια στην πόλη. Δεν έχω κανένα φίλο, θα ήθελες να πιεις κάτι µαζί µου … ;»

Η µητέρα άνοιξε τα υπόλοιπα cd.

Καθένα απ’ αυτά είχε κολληµένο ένα σηµείωµα που η Τζένη είχε γράψει χωρίς να τη βλέπει ο Μαρκ, και είχε κρύψει κάτω από το περιτύλιγµα.

Πιθανότατα µε τον ίδιο φόβο της απόρριψης, όπως και ο γιος της. Μάλλον, χωρίς να τολµήσει ούτε αυτή να πάρει το ρίσκο.

«Έχεις δυο µάτια πολύ όµορφα και βλέµµα θλιµµένο. Δε θέλεις να βρεθούµε να µιλήσουµε;»

«Με λένε Τζένιφερ και θέλω πραγµατικά να σε γνωρίσω … »

«Γεια. Είµαι η Τζένιφερ … Δε θέλεις να γίνουµε φίλοι;»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι “Να σου πω μια ιστορία” – Εκδόσεις opera

Ακολούθησε το TheMamagers στο Instagram

Διαβάστε περισσότερα

Best of network