Οι παππούδες μου, ήταν οι δεύτεροι γονείς μου

Όλοι μας κάποια στιγμή είπαμε για κάποιον άνθρωπο «στην ζωή μου, αυτός μου στάθηκε σαν πατέρας» ή «εκείνη μου στάθηκε σαν μητέρα». Για τους παππούδες μας υπάρχει το γνωστό που λέμε πολλές φορές «δεύτεροι γονείς».

Προχθές μπήκε η γιαγιά στο νοσοκομείο. 95 χρονών, μια γυναίκα που έχει περάσει πάρα πολλά στη ζωή της και ίσως λίγα να έμαθε. Ένα από αυτά που δεν κατάφερε να μάθει, ήταν το πώς να συμπεριφέρεται στα παιδιά της και στα εγγόνια της. Πώς να εκφράζει την αγάπη της. Δύσκολοι καιροί όταν ήταν μικρή. Το ν’ αγαπάς και να το δείχνεις ήταν κάπως περιττό όταν η ζωή έτρεχε πριν από εσένα. Όταν έμαθα ότι η γιαγιά μπήκε στο νοσοκομείο, συνειδητοποίησα πως εκείνη η γιαγιά μου είχε σταθεί σαν δεύτερη μητέρα. Που παρόλη την τρέλα της και την σκληράδα που έβγαζε προς τα έξω, εγώ ανακάλυπτα κάθε μέρα την τρυφερότητα και την αγάπη που είχε και έχει μέσα της.
Ο παππούς μου, ο συνονόματος Όθωνας, ή «κυρ Όθωνας», όπως τον φώναζαν οι γείτονες, ήταν ένας ανοικτός άνθρωπος που η αγάπη ξεχείλιζε από τα μάτια του κι εκείνη τον οδηγούσε να γίνει ένας σωστός γονέας. Ήταν κι αυτός ο δεύτερος πατέρας μου. Η γιαγιά και ο παππούς συμπλήρωνε ο ένας τον άλλον, παρότι η γιαγιά ήταν πάντα φωνακλού και νευρική και ξεσπούσε σ’ εκείνον.

Στο τηλεφώνημα λοιπόν ότι η γιαγιά ήταν στο νοσοκομείο, έγινα για κάποια λεπτά παιδάκι. Θυμήθηκα όλα τα καλοκαιρινά απογεύματα που ο παππούς με έπαιρνε από το χέρι (μόνο μπροστά στα μάτια της μητέρας μου, αλλιώς με άφηνε ελεύθερο) και με πήγαινε στην πλατεία να δω Καραγκιόζη. Θυμήθηκα τις ατελείωτες ώρες στην παιδική χαρά που μου έλεγε ότι θα γυρίζαμε μόνο όταν εγώ ήθελα στο σπίτι και ήμουν το πιο ευτυχισμένο παιδί του κόσμου. Τα απίστευτα παχυντικά φαγητά της γιαγιάς, που μύριζαν από την γωνία του δρόμου. Τις εκδρομές με το πούλμαν πολύ νωρίς το πρωί, με την γιαγιά και το αυγό που έπρεπε για να ξεκινήσουμε από το σπίτι να το είχα ρουφήξει. Τις φωνές τις γιαγιάς τα μεσημέρια για να «μαζευτώ» από την γειτονιά.

Στο άκουσμα ότι η γιαγιά ήταν νοσοκομείο, είχα την ανάγκη να γίνω για λίγο ακόμα παιδάκι. Να είχα γύρω μου όλα αυτά τα αγαπημένα μου πρόσωπα ζωντανά και νέα. Κι εγώ να μύριζα το απόγευμα του καλοκαιριού, με ένα παγωτό στο χέρι και τον παππού μου δίπλα να μου χαμογελά. Δεν ξέρω τί θα έχανα αν δεν είχα για δεύτερους γονείς μου αυτούς τους ανθρώπους. Οι δεύτεροι γονείς, οι παππούδες, είναι η ευλογία που δίνεται σε όλους τους μπόμπιρες.

Η γιαγιά βγήκε από το νοσοκομείο.