Τρεις μούφες ασθένειες που πάθαινε η μάνα μου όταν επαναστατούσα ως έφηβη

Τρεις μούφες ασθένειες που πάθαινε η μάνα μου όταν επαναστατούσα ως έφηβη

Όταν η μάνα μου ένιωθε πως είχε εξαντλήσει όλες τις στραγητικές της απέναντι στις εφηβικές αντιδράσεις μου και την δικαιολογημένη για την ηλικία μου επαναστατικότητά μου, όταν οι τιμωρίες και οι απειλές “θα φωνάξω τον πατέρα σου και θα δεις” δεν έπιαναν τόπο, τότε επιστράτευε το μέγα μαμαδίστικο υπερόπλο που όμοιό του δεν έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους: το “πεθαίνω-σβήνω-λιώνω-θα με τρέχετε στα νοσοκομεία”.

“Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε” ήταν η έκφραση που σήμαινε την έναρξη των “εκδηλώσεων” που περιελάμβαναν όλες τις θανατηφόρες αρρώστιες που μπορούν να χτυπήσουν μια μάνα πάνω σε απόγνωση, μια μάνα που έχει γίνει θυσία” που “τι άλλο να κάνω; να σου ανοίξω το κεφάλι να στα βάλω” σε μια κόρη που “δεν ακούει με τίποτα”. Το “κλινικό” ρεπερτόριο περιελάμβανε 3 βασικά περιστατικά: Καρδιά, ανεβασμένη πίεση, γενική αδιαθεσία αγνώστης ταυτότητας (από να τη τσίμπησε μύγα της αφρικής, να έπαθε αλλεργία, μέχρι να της έπεσε η πίεση, να έχει τάση λιποθυμίας, να πρέπει να κάνει εμετό, ανάλογα την παρατυπία μου”. Αλλά ας περάσουμε στο θεατρικό.

Καρδιά

Όταν “πάθαινε” καρδιά, η ανακοπή της συνέβαινε μονίμως σε μια γαλάζια βελούδινη πολυθρόνα όπου σωριαζόταν.  Πιο συγκεκριμένα, και αφού είχε προηγηθεί μια γνωστή και αγαπημένη υστερία που δεν οδηγούσε πουθενά, σταματούσε ξαφνικά, “πάγωνε” στη θέση της, έφτιαχνε μια μάσκα απόγνωσης, γούρλωνε ελαφρώς τα μάτια και απότομα έπιανε την καρδιά της και έλεγε “δεν μπορώ, άλλο, η καρδιά μου φτερουγίζει, θα πάθω τίποτα”. Στη συνέχεια, με το ένα χέρι στο στήθος σαν να την είχε χτυπήσει σφαίρα και με το άλλο κρατώντας το ντουβάρι πήγαινε τοίχο-τοίχο και σιγά σιγά κατευθυνόταν πάντα σε εκείνη την πολυθρόνα, έπεφτε πάνω της σαν σακί από πατάτες, έριχνε το κεφάλι πίσω και τέντωντε τα πόδια μπροστά σαν ξύλα. “Αχ, αχ αχ” έλεγε και βαριανάσαινε. “Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε εδώ μέσα”…. Και δώστου “αχ, αχ, αχ, “εγώ μόνο το καλό σας θέλω” ξανάλεγε και κρατούσε και το στήθος (σε λάθος σημείο). Μετά ξεροκατάπινε και μου έλεγε “φέρε μου ένα ποτηράκι νερό, αχ, αχ, αχ, ξεράθηκε στο στόμα μου”. Έτρεχα εγώ και το έφερνα. Το έπινε αργά κοιτώντας με πάνω από το ποτήρι για να δει αν “λύγισα” και μου το έδινε πίσω. Εγώ το ακουμπούσα σε ένα τραπεζάκι και της έλεγα “είσαι καλύτερα τώρα;”, “δεν ξέρω” απαντούσε μισοπεθαμένα και συνέχιζε να ανασαίνει με δυσκολία αλλά κάπως καλύτερα. Το “καρδιακό” επεισόδιο σήμαινε τη λήξη της μάχης, η οποία όμως είχε μείνει στη μέση. Εγώ πηγαίνα στο δωμάτιό μου και λούφαζα τύπου: καλά μας δουλεύει τώρα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις κιόλας” και το θέμα σταματούσε εκεί. Φυσικά μετά από κάποιο καιρό και συζητώντας με φίλες μου παρατήρησαμε ότι την εποχή της εφηβείας μας “θέριζαν” τα καρδιακά επεισόδια στις μαμάδες  και ήταν κοινή πρακτική της εποχής.

Πίεση

Η πίεση ανέβαινε ή κατέβαινε ανάλογα την περίσταση. Την προτιμούσε ανεβασμένη όμως, γιατι στη κατεβασμένη περνάμε στο σχέδιο 3 που θα σας περιγράψω παρακάτω που είχε λιποθυμία. Συνήθως λοιπόν η πίεση ανέβαινε επικίνδυνα. “Παει η καρδιά μου να σπάσει, δεν νιώθω καλά, θα πάθω εγκεφαλικό” έλεγε και κρατούσε το κεφάλι της. “Πω, πω, πω, πω, πω, δεν είμαι καλά, δεν είμαι καλά. Σταματούσε. “Με φάγατε εδώ μέσα, με φάγατε” ξανάλεγε και το δεύτερο “με φάγατε” ανέβαινε μια οκτάβα παραπάνω ενώ οι συλλαβές ήταν πιο στακάτες: με φα-γα-τε και το “τε” τελεσίδικο. Την φάγαμε δηλαδή, πάει και τελείωσε.  Κρατώντας πάντα το κεφάλι της με τα δυο της χέρια, σαν να κρατούσε μπάλα του μπάσκετ, έτοιμη να την πασάρη σε συμπαίκτη, πήγαινε στο μπάνιο. Ανοιγε με θόρυβο το ντουλάπι – για να ακούσω ότι ανοίγει το ντουλάπι – και έφερνε το πιεσόμετρο. “Βοηθησέ με να πάρω την πίεση μου που θα έχει παεί 30 με αυτά που μου κάνεις εδώ μέσα”. Βοηθούσα, της έδενα το πιεσόμετρο στο μπράτσο, φούσκωνα την μικρή τρομπίτσα και περίμενα να δει τι λέει η βελόνα, γιατί δεν ήξερα και να “διαβάζω” την πίεση. “Παναγιά μου έλεγε, στον ουρανό η πίεσή μου, πρέπει να πάρω χάπι τώρα για να μην μείνω στον τόπο”. Ξαναπήγαινε στο μπάνιο βαριανασαίοντας και κάπως κουτσαίνοντας για να δείξει μια αδυναμία και μουρμουρίζοντας ότι μας τα έχει δώσει όλα, ότι έχει γίνει θυσία και μετά έπαιρνε το χάπι της πίεσης. Εντωμεταξύ χτυπούσε το τηλέφωνο “δεν είμαι εδώ για κανένααααν”φώναζε. Ακολουθούσε μια πάυση. “Αν είναι η κυρία Λίνα για το απογευματινό τσάι πες της ότι αν είμαι καλύτερα θα πάω”. Παύση, δακρύβρεχτη φωνή, “αλλά δεν το βλέπω”.  Κατά ένα περίεργο τρόπο ένιωθε καλύτερα ώρα με την ώρα και το τσάι στης κυρίας Λίνας δεν το έχανε με τίποτα.

Λιποθυμία (για οποιοδήποτε λόγο)

“Σβήνωωωωω” ήταν η φράση και μετά ακολουθούσε ένα “χάσιμο των αισθήσεων” πάντα στα μαλακά. Στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην καρέκλα. Ποτέ στον γαλάζιο καναπέ, αυτός ήταν για τα καρδιακά επεισόδια μάλλον και δεν ήθελε να μπερδεύται. Πάντως δεν έπεφτε ποτέ στο πάτωμα, δεν της έβγαινε. Συνήθως πήγαινε στο κρεβάτι, πράγμα ύποπτο όπως και να το κάνεις γιατί δεν διαλέγεις που θα λιποθυμήσεις. Εκεί έκλεινε τα μάτια και έκανε την ξερή. Για λίγο. “Μην μου μιλάς” έλεγε. “Τι έπαθες ρε μαμά;” τη ρωτούσα εγώ. “Μια σκοτοδίνη έχω, και πως να μην έχω. Παιδιά έχω εγώ η θηρία;”. Σταματούσε. “Βρε άλλη μάνα δεν κάνετε”, ξανάλεγε. “Που θα μπορούσα να έχω τη δουλειά μου, αλλά εγώ άφησα τις σπουδές μου στην άκρη και ΕΠΕΛΕΞΑ να είμαι σπίτι, κοντά σας και όχι παρατημένα” έλεγε. Η λιποθυμία είχε πάει περίπατο και άρχιζε το “ποια θυσία έχω κάνει εγώ για σένα”. Μετά ζητούσε ένα ποτήρι νερό και μετά έλεγε δεν θα φάω τίποτα σήμερα γιατί, παύση-λυγμός-βλέμα πληγωμένου κουταβιού- “τίποτα δεν πάει κάτω”. Και κάπως έτσι τελείωνε και αυτό το περιστατικό.

Πέραν από την πλάκα του θέματος, που αστείο φαίνεται μετά από χρόνια, όταν το σκέφτεσαι και γελάς, και όταν το έχεις συζητήσει μαζί της και έχετε γελάσει μαζί με τα καμώματά της, η συγκεκριμένη πρακτική ήταν χειριστική όσο δεν παίρνει. Και το κατάλαβε κι εκείνη χρόνια μετά σε μια συζήτηση που είχαμε μαζί της με τον αδερφό μου. Τότε της εκμυστηρευτήκαμε, θυμάμαι, πως και οι δύο την είχαμε πάρει χαμπάρι και είχαμε επιλέξει να την αφήνουμε να το παίζει το έργο από να της πούμε “άσε μας ρε μάνα, που μας δουλεύεις ψιλό γαζί”. Ίσως γιατί ξέδινε κι εκείνη με αυτή την βλακεία; Ίσως γιατί μας βόλευε κι εμάς να νομίζει ότι κάτι έκανε; Ίσως και τα δύο μαζί. Ευτυχώς για εμάς,  έκανε αυτά τα θεατρικά όταν ήμασταν μεγάλοι (14-16) και δεν τρομάζαμε γιατί “πιάναμε” το φο της υπόθεσης. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα γινόταν αν όλα συνέβαιναν σε κάποια τρυφερή ηλικία που θα ήταν πιστευτά. Εν πάσει περιτώσει, οι περισσότερες μητέρες εκείνης της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 80), έκαναν ότι ήξεραν και ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Και ευτυχώς για εμάς, που μπορούμε να γελάμε με αυτά, κάθε φορά που τα σκεφτόμαστε.

Γράφει η Ειρήνη Φωκά

Ακολούθησε το TheMamagers στο Instagram

Διαβάστε περισσότερα

Best of network