Όλοι εμείς οι πιο παλιοί που, μεγαλωμένοι με τις ιστορίες και τα παραμύθια των παππούδων και των γιαγιάδων μας την Πηνελόπη Δέλτα και την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, περάσαμε, χωρίς ανάσα σχεδόν, από τον Παπαδιαμάντη στον Λουντέμη και τον Καζαντζάκη κι από κει στον Ντοστογέφσκυ και τους μεγάλους κλασικούς, δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ: πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να διαβάσει κείμενα γραμμένα ή μεταφρασμένα «σε τόσο δύσκολη γλώσσα»;. Απολαμβάναμε το διάβασμα και μας φαινόταν αδιανόητο που οι άλλοι δεν καταλάβαιναν «τι του βρίσκαμε;». Για μας τα πράγματα ήταν απλά: ή διαβάζεις ή δεν διαβάζεις. Συναγωνιζόμασταν μάλιστα ποιος θα διαβάσει περισσότερο, σαν να μας ενέπνεε κάποιος αόρατος δάσκαλος, η ίδια η λογοτεχνία δηλαδή.

Βεβαίως οι γενιές μας υπήρξαν ήδη ατυχείς, σε σχέση με τους προγόνους μας, διότι σπουδαία έργα, όπως αυτά του Ομήρου, από απολαυστικές ψυχαγωγικές διηγήσεις που τρέφουν και αυξάνουν τα ηθικά ιδεώδη, μετατράπηκαν σε σχολικά υποχρεωτικά μαθήματα, γεγονός το οποίο μας στέρησε την γοητεία του περιπετειώδους αναγνώσματος.

Έτσι, είχαμε ανάγκη τον εμπνευσμένο δάσκαλο ο οποίος θα απέσυρε  τα πυκνά πέπλα της ξύλινης και στείρας ανάλυσης με την οποία προσεγγίζονται ετούτοι οι θησαυροί και θα μας εισήγαγε στην αισθητική απόλαυση και τον θαυμασμό. Την ίδια ανάγκη πρέπει να υπηρετεί και ο σημερινός δάσκαλος, ο οποίος καλείται να άγει τον μαθητή του από την άγνοια στην γνώση, μεταβάλλοντας την διδασκαλία από καταναγκασμό σε ευχαρίστηση.

Αυτόν το σκοπό προάγει και το καλό παιδικό βιβλίο. Εκείνο που «κουβαλάει» εντός του όλη την πνευματική προίκα και τα διαβάσματα του συγγραφέα του, και δεν είναι λίγα αυτά τα βιβλία ούτε λίγοι οι καλοί συγγραφείς.

Ωστόσο, όπως φροντίζουμε την διατροφή των παιδιών μας για να γίνουν δυνατά και υγιή, προσφέροντάς τους αγνά, μη επεξεργασμένα, φυσικά προϊόντα, τα οποία θεωρούμε ότι έχουν μεγάλη θρεπτική αξία, έτσι πρέπει να έχουμε κατά νου ότι και τα βιβλία  που θα διαβάζουν είναι απαραίτητο να τους παρέχουν πνευματική δύναμη και καλλιέργεια συμβάλλοντας στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους.

Παράλληλα λοιπόν με το καλό παιδικό βιβλίο, το οποίο θα λειάνει και θα προετοιμάσει το «έδαφος», το παιδί, ανάλογα με την ηλικία του, θα πρέπει να μπει και στον χώρο των κλασικών αναγνωσμάτων. Σταδιακά, όπως ακριβώς και με τις τροφές. Με πληρότητα, όπως ακριβώς και με τις τροφές.

Μην φοβηθείτε μια καλή μετάφραση της Οδύσσειας ή την πρωτότυπη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, σταθείτε κοντά στο παιδί όταν θα έχει άγνωστες λέξεις, ανοίξτε μαζί του το λεξικό…. Να είστε βέβαιοι ότι θα σας ευγνωμονεί στο μέλλον γι αυτή την πράξη σας, όπως ακριβώς και για την φροντίδα που δείξατε για το φαγητό και την υπόλοιπη ανατροφή του.

Κι εκεί… διαβάζοντας μαζί του τις περιπέτειες του Οδυσσέα, «κλέψτε» κι εσείς , οι γενιές που δεν απολαύσατε καθόλου ετούτα τα αναγνώσματα, και να δείτε που θα σας συναρπάσουν περισσότερο από τον Χάρι Πότερ.

Ελένη Λιντζαροπούλου

Ελένη Λιντζαροπούλου

Η Ελένη Λιντζαροπούλου γεννήθηκε στην Νίκαια του Πειραιά το 1962.Σπούδασε Θεολογία, Θεατρική Εμψύχωση, Δημόσιες Σχέσεις & Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ενώ συνεχίζει με μεταπτυχιακές σπουδές στο ΕΑΠ, στην Ορθόδοξη Θεολογία.
Κείμενα, δοκίμια και κριτικές της δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά και στο διαδίκτυο. Η τελευταία ιστορία της για παιδιά, Ο Βασίλης κι ο Αι Βασίλης, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παρρησία το 2011 και η πρώτη της ποιητική συλλογή, Ο Πίθος των Γυναικών από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2013. Το 2015 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Η εποχή των λέξεων, επίσης από τις Εκδόσεις των Φίλων, ενώ υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Αρμός βρίσκεται μια συλλογή πεζών κειμένων με τίτλο Κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα και μια συλλογή θεολογικών κειμένων με τον τίτλο Άνθη δογματικής, από τις Εκδόσεις Μελάνι, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Η αναιδής σκιά και από τις Εκδόσεις Παρρησία δύο βιβλία με ποιήματα για παιδιά με τίτλους: Μπέρδεψα τα χρώματα - μπερδεψοχρωμάτιστακαι Ένα τραγούδι για τα παιδιά του Κόσμου, χαρισμένο στην Unicef.
Ελένη Λιντζαροπούλου
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ