Ανήκω στη γενιά που γαλουχήθηκε με την ευχή «να βρω ένα καλό παιδί», να παντρευτώ, να κάνω οικογένεια και να δω εγγόνια.

Κι ας ήθελα εγώ άλλα. Να βρω μια καλή δουλειά, να γυρίσω τον κόσμο.

Κι αν βρω και το καλό παιδί, έχει καλώς, αν όχι, μπορώ και χωρίς αυτό.

Ωστόσο, αυτή η «ευχή», που έγινε κατάρα, ήταν πάντα ο καυγάς μας, το αγκάθι στη σχέση μου με τη μάνα μου. Ό,τι κι αν έκανα, όσες επιτυχίες κι αν είχα δεν ήταν αρκετές.

Γιατί η υπέρτατη επιτυχία ήταν αυτό το καλό παιδί. Όπου το «καλό παιδί» συμπεριελάμβανε το τρίπτυχο, με δουλειά, άνετο οικονομικά και από «καλή» οικογένεια.

Το ότι δεν συνέβαινε μόνο σε μένα, δεν ήταν παρηγοριά. Τα περισσότερα κορίτσια της γενιάς μου μεγάλωσαν με αυτή τη πεποίθηση, με αυτή την γονεϊκή ελπίδα. Ακόμα και οι μάνες που ήταν πιο «φιλελεύθερες», θεωρούσαν πως το αίσιο τέλος, το happy end για τη ζωή μιας γυναίκας ήταν ο γάμος. «Ναι, να σπουδάσεις, να κάνεις σχέσεις, να διασκεδάσεις, να πας εκδρομές, να κάνεις τις τρέλες σου, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει και να παντρευτείς, να κάνεις οικογένεια».

Και αν τολμούσες να πεις «ότι δεν θέλεις», μια δυσαρέσκεια πλανιόταν στον αέρα και μια αντιμετώπιση ότι «δεν έχει πήξει ακόμα ο εγκέφαλος, γι’ αυτό τα λες αυτά».  Και όσο περνούσαν τα χρόνια ή μάλλον όσο περνούσε ο κρίσιμος χρόνος που είχαν οι μάνες μας στο κεφάλι τους – μόλις βρισκόσουν ανάμεσα στο 30 με 35 – και οι κόρες των οικογενειακών φίλων άρχισαν να παντρεύονται, δεχόσουν και τις πλάγιες βολές:

«Η Μαίρη παντρεύτηκε με ένα δικηγόρο», άρα καλό παιδί. Ή «μέχρι και η Ιωάννα, που είχε τα δικά σου μυαλά παντρεύτηκε με έναν γιατρό» – άλλο καλό παιδί.

Και μεγάλωνες και ο χρόνος κυλούσε αδυσώπητα στο μητρικό μυαλό.

Και κάθε χρονιά που’σβηνες ένα κεράκι απομακρυνόσουν απ’την πιθανότητα να βρεις το «καλό παιδί», καθώς στρατιές πιο νέων και διαθέσιμων γυναικών σου’παιρναν τη θέση και τον γαμπρό.

Και μέρα με τη μέρα ζούσες αυτό το λαχάνιασμα ότι ο χρόνος κυλά. Εγώ γερνάω, μεγαλώνω, σιτεύω και πρέπει να προλάβω να τα κάνω όλα γρήγορα-γρήγορα. Σπουδές -καριέρα-δουλειά, λες κι είναι υποχρέωση να τελειώνουμε για να μην παραπονιόμαστε ότι δεν τα κάναμε. Να μην έχουμε απωθημένα, ώστε να βρούμε έναν άντρα και να γίνουμε μάνες. Κι όχι ακριβώς άντρα, αλλά σπόνσορα που θα μας παρέχει οικονομική και κοινωνική ασφάλεια και παράλληλα δότη σπέρματος για να κάνουμε κι ένα παιδί. Η αγάπη, ο έρωτας «που δεν τρώγονται και δεν γεμίζουν τη κατσαρόλα» πάνε περίπατο γιατί «πόσο κρατάνε;» Είναι σίγουρο ότι οι μάνες μας δεν είχαν το κακό στο μυαλό τους. Την ευτυχία μας ήθελαν και ακόμα τη θέλουν.
Νόμιζαν πως ο γάμος είναι ο μόνος δρόμος για συντροφικότητα, παρέα, σιγουριά και ασφάλεια.

Και τα παιδιά το ίδιο. Παρέα και ένας σκοπός υπέρτατος για να έχεις να αγωνίζεσαι. Δεν θα πω πως ένας γάμος και η μητρότητα δεν τα εμπεριέχει αυτά. Άλλωστε και παντρεύτηκα (και χώρισα) και μητέρα έγινα. Όμως, δεν είναι μόνο αυτά, απ’τα οποία μπορεί ν’αντλήσει χαρά μια γυναίκα και να νιώσει άξια, ότι κάτι κατάφερε. Και δεν μιλώ μόνο για τον εαυτό μου. Εκπροσωπώ έναν μεγάλο αριθμό γυναικών – μαμάδες οι περισσότερες – με τις οποίες τα έχουμε συζητήσει όλα αυτά και τα έχουμε ζήσει. Κι ίσως, γι’αυτό δεν θα πιέσουμε ποτέ τις κόρες μας να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια αν δεν θέλουν. Αν δεν νιώθουν ότι αυτό τους ταιριάζει, ότι αυτό θα τις κάνει ευτυχισμένες.

Και αν τελικά νιώσουν ότι θα είναι ευτυχισμένες με ένα «παιδί», ας το βρουν. Κι αν είναι «καλό» γι’ αυτές, τότε θα είναι για όλους.