Οι λόγοι για τους οποίους τα παιδιά καταπατούν τα όρια

τα όρια

Η συμπεριφορά και η στάση του γονέα απέναντι στο παιδί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο είναι αυτή που θα στοιχειοθετήσει και τον τρόπο με τον οποίο εκείνος θα θέσει όρια στα παιδιά του. Στην περίπτωση που ο γονέας έχει δημιουργήσει μια σχέση υποστηρικτική με το παιδί του, μια σχέση η οποία βασίζεται στο να βοηθήσει το παιδί να εξελιχθεί κατανοώντας τις ανάγκες και τις ικανότητές του, τότε δεν θα έχει την ανάγκη να επιβληθεί στο παιδί μέσω της τιμωρίας.

Οι λόγοι για τους οποίους τα όρια στα παιδιά καταπατώνται

Προσοχή: Όταν το παιδί πιστεύει ότι είναι σημαντικό μόνο όταν οι άλλοι ασχολούνται μ’ αυτό. Σε αυτή την περίπτωση εκδηλώνει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά προκειμένου να τραβήξει το ενδιαφέρον του ενήλικα.

Δύναμη: Όταν το παιδί θέλει να αποδείξει ότι κανείς δε μπορεί να το ελέγξει. Τότε, δεν υπακούει σε κανόνες και υποδείξεις του ενήλικα.
Εκδίκηση: το παιδί νιώθει σημαντικό όταν πληγώνει τους άλλους, καθώς νιώθει και το ίδιο πληγωμένο.

Ανικανότητα: Όταν το παιδί νιώθει αβοήθητο να κάνει κάτι, προσπαθεί να πείσει τον ενήλικα να μην περιμένει τίποτα απ’ αυτό.

H τιμωρία σε οποιαδήποτε μορφή της δείχνει έλλειψη σεβασμού στο παιδί και δημιουργεί στο παιδί ανασφάλεια. Επιπλέον, είναι αποδεδειγμένο πως η τιμωρία δεν αποδίδει μακροπρόθεσμα και σε πολλές περιπτώσεις χαρακτηρίζεται πλήρως αναποτελεσματική.

Ειδικότερα αναφέρουμε τα παρακάτω μειονεκτήματα της τιμωρίας:

  • Μαθαίνει τα παιδιά τι να μην κάνουν και όχι τι να κάνουν.
  • Αναστέλλει παρά προάγει τη διαδικασία της μάθησης καθώς προκαλεί φόβο και άγχος.
  • Μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά επιθυμία εκδίκησης και άλλα αρνητικά συναισθήματα.
  • Μαθαίνει τα παιδιά να λένε ψέματα και να κρύβονται προκειμένου να αποφύγουν την τιμωρία.
  • Μπορεί να ενισχύσει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά σε περίπτωση που το παιδί τη χρησιμοποιεί για να τραβήξει την προσοχή.
  • Η αγωνία και ο φόβος που προκαλούν στο παιδί μπορεί να γενικευτούν και σε άλλους τομείς.

Πολλές φορές, ο γονέας θεωρεί ότι μπορεί να θέσει τα όρια στα παιδιά. Άλλες φορές, δε μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση του παιδιού με διαφορετικό τρόπο, επομένως χρησιμοποιεί τη «λύση» της τιμωρίας. Σε αυτή την περίπτωση η τιμωρία φαντάζει αποτελεσματική, αφού η ανεπιθύμητη συμπεριφορά, συνήθως, σταματάει αμέσως.

Από την άλλη πλευρά, έρχονται τα όρια και οι συνέπειες να δώσουν στους γονείς έναν άλλο τρόπο με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπίσουν την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού τους. Η σημασία της οριοθέτησης στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού είναι σπουδαία. Τα παιδιά χρειάζονται τα όρια για να μπορούν να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά και να γνωρίζουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν. Γνωρίζοντας τα δικά τους όρια, μαθαίνουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν και τα όρια του άλλου, όντας με αυτόν τον τρόπο ικανά να συμπεριφερθούν ανάλογα σε μια κοινωνική ομάδα ή περίσταση. Από την ηλικία των 3 ετών τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν τη σχέση μεταξύ πράξης και συνέπειας. Έχει, λοιπόν, νόημα να εξηγούμε στα παιδιά μέχρι που μπορούν να φτάσουν για να ξέρουν και πότε η συμπεριφορά τους δεν είναι αποδεκτή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη της συμπεριφοράς τους και δε νιώθουν ότι ο ενήλικας τα εξουσιάζει. Ακόμη, η οριοθέτηση στην καθημερινότητά τους παρέχει στα παιδιά ένα σταθερό περιβάλλον και τους δείχνει το ενδιαφέρον του γονέα.

Οι γονείς δεν πρέπει να φοβούνται να θέσουν κάποια όρια στο παιδί τους και να νιώθουν σαν “μπαμπούλες”. Αντιθέτως, καλό είναι να έχουν στο μυαλό τους πως με την οριοθέτηση βοηθούν το παιδί να αποκτήσει σταδιακά αυτοέλεγχο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, προετοιμάζουν το παιδί για μια ομαλή ένταξη στην κοινωνία. Οδηγώντας το μακροπρόθεσμα στο δρόμο της ανεξαρτησίας.

Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει τα όρια να συγχέονται με την τιμωρία. Η ύπαρξη ορίων και συνεπειών σημαίνει ότι δίνουμε στο παιδί επιλογές και όχι εντολές. Τα όρια δίνουν στο παιδί λογικές εξηγήσεις όσον αφορά τη συνέπεια της πράξης τους. Δεν έχουν στόχο τη βραχυπρόθεσμη καταστολή μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς, αλλά τη διαμόρφωση μιας συμπεριφοράς που θα διευκολύνει την καθημερινότητα τόσο των παιδιών όσο και των γονέων. Θα πρέπει να εφαρμόζονται με μέτρο και κάθε «απαίτηση» από το παιδί πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα όρια θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ανάγκες, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού. Να είναι σταθερά και ξεκάθαρα στο παιδί. Πρέπει να υπάρχουν όρια εξ’ αρχής και όχι να τα δημιουργούμε τη στιγμή που εκδηλώνεται η ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

Επιπροσθέτως, κάθε πράξη του παιδιού καλό είναι να μη συγκρίνεται με κάποια προηγούμενη, ούτε να θεωρείται πως θα επαναληφθεί στο μέλλον. Κάθε συνέπεια πρέπει να είναι σχετική με την πράξη και να γίνεται μετά την πράξη και όχι με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, γιατί τότε το παιδί μπερδεύεται και δεν καταλαβαίνει το λόγο. Κατά την οριοθέτηση ο γονέας πρέπει να δίνει την πλήρη προσοχή του στο παιδί και να του μιλάει με σοβαρότητα. Σημαντικό στοιχείο στη διαδικασία αυτή είναι να κρίνουμε τη συμπεριφορά και σε καμία περίπτωση να μην κρίνουμε το ίδιο το παιδί. Του λέμε, για παράδειγμα, «δε μου άρεσε καθόλου αυτό που έκανες» και όχι «είσαι κακό παιδί αφού έκανες κάτι τέτοιο». Όλα αυτά δε σημαίνουν πως η καθημερινότητα μας με το παιδί πρέπει να διέπεται από ένα αυστηρό πλαίσιο, κανόνων και ορίων. Πολύ σημαντική είναι η ανταμοιβή της θετικής συμπεριφοράς και η ενίσχυσή της, καθώς και το να επαινούμε την προσπάθεια του παιδιού στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.

Όρια στα παιδιά και λεκτική αποδοκιμασία

Διαβάστε τη συνέχεια στο ipsychologos.gr

Ακολούθησε το TheMamagers στο Instagram

Διαβάστε περισσότερα

Best of network