Στο 5ο επεισόδιο της σειράς Ριφιφί από την COSMOTE η αφήγηση αλλάζει επίπεδο. Το ριφιφί παύει να είναι απλώς ένα ευφυές έγκλημα, μια άσκηση μηχανικής ακρίβειας και υπομονής. Γίνεται κραυγή. Και η κραυγή αυτή έχει όνομα: Όλγα.
Όπως αναφέρει το lesvosnews.net, μέχρι εκείνο το σημείο, ο θεατής γνωρίζει την Όλγα ως τον "εγκέφαλο" του σχεδίου. Ψύχραιμη, υπολογιστική, σχεδόν αδιαπέραστη. Στο 5ο επεισόδιο, όμως, η μάσκα πέφτει. Ένα ατύχημα στο τούνελ λειτουργεί σαν καταλύτης και η Όλγα αφηγείται –όχι για να συγκινήσει, αλλά για να εξηγήσει– γιατί αυτή η ληστεία δεν είναι απληστία. Είναι λογαριασμός ανοιχτός.
Η ιστορία που ξεδιπλώνεται δεν είναι επινόηση βολική για το σενάριο. Είναι μια αναγνωρίσιμη πληγή. Ένα παιδί με νευροβλάστωμα, μια θεραπεία που δεν μπορούσε να γίνει στην Ελλάδα, το Memorial στις ΗΠΑ ως μοναδική ελπίδα, ένας ερανικός λογαριασμός που γέμισε από την ανταπόκριση της κοινωνίας και άδειασε από την παρέμβαση της γραφειοκρατίας. Τα χρήματα δεσμεύονται. Ο χρόνος χάνεται. Το παιδί πεθαίνει. Και λίγο αργότερα πεθαίνει και ο πατέρας.
Στη μυθοπλασία, το παιδί λέγεται Ιάσωνας. Στην πραγματικότητα λεγόταν Παναγιώτης Βασιλέλλης.
Η υπόθεση Βασιλέλλη σημάδεψε τη Λέσβο και ολη τη χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η υπόθεση του Παναγιώτης Βασιλέλλης δεν υπήρξε απλώς μια τραγωδία υγείας, αλλά μια συμπυκνωμένη αποτύπωση του πώς το ελληνικό κράτος, οι θεσμοί και η γραφειοκρατία μπορούν να λειτουργήσουν ως αλυσίδα μοιραίων καθυστερήσεων. Ο Παναγιώτης, μόλις 18 μηνών, διαγνώστηκε το 1999 με νευροβλάστωμα στο δεξί επινεφρίδιο, μια εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου που τότε δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην Ελλάδα. Η μόνη ρεαλιστική επιλογή ήταν θεραπεία στο Memorial Hospital των ΗΠΑ, με κόστος που ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια δραχμές. Η κοινωνία αντέδρασε άμεσα: πολίτες, φορείς και απλοί άνθρωποι συνέβαλαν σε ερανικό λογαριασμό, συγκεντρώνοντας το απαιτούμενο ποσό σε ελάχιστο χρόνο. Εκεί, όμως, η υπόθεση προσέκρουσε στον τοίχο της θεσμικής ακαμψίας. Η Εθνική Τράπεζα μπλόκαρε τα χρήματα, επικαλούμενη τον νόμο του 1931 περί εράνων και τυπικές ελλείψεις στη δήλωση του σκοπού του λογαριασμού. Ο χρόνος, κρίσιμος για τη ζωή του παιδιού, εξανεμίστηκε μέσα σε έγγραφα, γνωμοδοτήσεις και αλληλογραφία. Μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων αποδεσμεύτηκε, ανεπαρκές για να σωθεί η κατάσταση. Ο Παναγιώτης πέθανε στις 5 Μαρτίου 2001, πριν καν του δοθεί η ευκαιρία να ταξιδέψει για θεραπεία. Η συνέχεια ήταν εξίσου σκληρή: δικαστικές διαμάχες που κράτησαν χρόνια, ποινικές διώξεις που τελικά δεν οδήγησαν σε καταδίκες, αγωγές που ανατράπηκαν σε ανώτερα δικαστήρια και, τελικά, η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι, παρά την ηθική φρίκη της καθυστέρησης, δεν στοιχειοθετείται νομικά παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή. Έτσι, η υπόθεση Βασιλέλλη έμεινε στη συλλογική μνήμη όχι ως ένα "λάθος", αλλά ως παράδειγμα του πώς η ευθύνη μπορεί να διαχυθεί τόσο πολύ, ώστε στο τέλος να μη βαραίνει κανέναν – εκτός από εκείνους που έχασαν τα πάντα.
Νομικά, λοιπόν, όλα τελείωσαν. Κοινωνικά, όμως, όχι.
Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει το Ριφιφί. Όχι ως δικαστής, ούτε ως εισαγγελέας. Αλλά ως μηχανισμός μνήμης. Η σειρά δεν κατονομάζει την υπόθεση Βασιλέλλη. Δεν την αναπαριστά αυτούσια. Την μεταβολίζει. Την ενσωματώνει σε έναν χαρακτήρα που δεν ζητά συγχώρεση ούτε συμπάθεια. Ζητά κατανόηση για το γιατί κάποιος, κάποια στιγμή, παύει να πιστεύει στο σύστημα και αποφασίζει να του απαντήσει με τους δικούς του όρους.
Το ενδιαφέρον –και ενοχλητικό– στοιχείο είναι ότι η τηλεόραση καταφέρνει αυτό που δεν κατάφεραν οι θεσμοί: να επαναφέρει τη συζήτηση χωρίς να τη φιλτράρει. Χωρίς νομικούς όρους. Χωρίς αποφάσεις "κατά πλειοψηφία". Με καθαρό ανθρώπινο κόστος.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποκάλυψη έρχεται στο 5ο επεισόδιο. Όταν το σχέδιο έχει προχωρήσει τόσο, ώστε η επιστροφή να μην είναι επιλογή. Όπως ακριβώς και στην πραγματική ιστορία: όταν χάθηκε ο χρόνος, δεν υπήρχε επιστροφή.
Το Ριφιφί δεν ζητά να ξαναδικαστεί η υπόθεση Βασιλέλλη. Κάνει κάτι πιο επικίνδυνο: θυμίζει. Και σε μια χώρα όπου πολλές υποθέσεις "δικαιώνονται" μόνο επειδή ξεχάστηκαν, η μνήμη είναι πάντα η πιο ανατρεπτική πράξη.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ριφιφί. Όχι τα χρήματα. Αλλά η ήσυχη, επίμονη επιστροφή μιας ιστορίας που κάποιοι θα προτιμούσαν να μείνει για πάντα κλειδωμένη.