Η προγεννητική ψυχολογία μας αποκαλύπτει πως η ενδομήτρια εμπειρία του ανθρώπου έχει καθοριστικό αντίκτυπο στη ζωή του ως ενηλίκου. Όσα καταγράφονται από τη σύλληψη έως τα 3-4 πρώτα χρόνια ζωής, και τα οποία ενεργοποιούνται καθώς μεγαλώνουμε, διαμορφώνουν αποφασιστικά τη συμπεριφορά μας, τη σωματική υγεία, την ψυχική μας ισορροπία και την ποιότητα των σχέσεων που δημιουργούμε.

Οι ειδικοί συμφωνούν πως κάποια χαρακτηριστικά, όπως, για παράδειγμα, το ταλέντο στη μουσική, κληροδοτούνται από τη μια γενιά στην άλλη. Αυτό άλλωστε εξηγεί γιατί ορισμένα ταλέντα «κυριαρχούν» σε κάποιες οικογένειες που δείχνουν να έχουν παράδοση στη μουσική, την υποκριτική ή τα αθλήματα.

Όμως και ο ρόλος των συνθηκών της εμβρυϊκής ζωής είναι πολύ σημαντικός και μάλιστα σε δύο φάσεις. Η πρώτη αφορά τη στιγμή της γονιμοποίησης, οπότε και καθορίζεται ο γενετικός κώδικας του παιδιού. Η δεύτερη αφορά όλη την περίοδο της εγκυμοσύνης, καθώς και τα πρώτα χρόνια ζωής. Το μωρό μέσα στην μήτρα είναι δέκτης των σκέψεων, των συναισθημάτων, των αντιλήψεων της μαμάς του, ακόμη και των όσων συμβαίνουν στο εξωτερικό περιβάλλον. Επηρεάζεται και δομείται από τα ερεθίσματα που προσλαμβάνει η μαμά του, τις συνήθειές της, τις προτιμήσεις της. Η μήτρα είναι το πρώτο οικολογικό του περιβάλλον, άρα και το πρώτο του σχολείο.

Ντροπαλό ή κοινωνικό, ζωηρό ή ήσυχο;

Οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι αντιλήψεις και η στάση της μητέρας «προγραμματίζουν» το μωρό σε συναισθηματικά και νοητικά μοντέλα, αλλά και σε μοντέλα συμπεριφοράς. Ένα μωρό που περικυκλώνεται από φόβο, θυμό και αγωνία, θα προσαρμοστεί σε αυτό τον κόσμο και θα μεταφέρει αυτά τα αισθήματα και στη δική του ζωή, αργότερα. Αυτό το μωρό μπορεί να είναι ντροπαλό, ευερέθιστο, μελαγχολικό. Γιατί φαινομενικά μπορεί να είναι ασφαλές μέσα στη μήτρα, αλλά νιώθει και εισπράττει τα αρνητικά συναισθήματα της μητέρας. Κατά συνέπεια, είναι πιθανόν να φτάνει στον κόσμο κουβαλώντας ένα υποσυνείδητο φορτίο αβεβαιότητας και άγχους σχετικά με τον εαυτό του και τη ζωή. Ένα μωρό που εισπράττει την αγάπη, το ενδιαφέρον και τη στοργή της μητέρας του τα εκλαμβάνει και τα κάνει δύναμη, ασφάλεια, δημιουργικότητα.

Και η νόηση, όμως, του παιδιού επηρεάζεται σημαντικά κατά την εγκυμοσύνη, ιδιαίτερα κατά το τρίτο τρίμηνο, οπότε ο εγκέφαλος είναι πλήρως διαμορφωμένος και οι λειτουργίες του τελούνται κανονικά. Η νευροεπιστήμη έχει αποδείξει ότι η εγκεφαλική ανάπτυξη ξεκινά από τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης και ολοκληρώνεται γύρω στα 2,5-3 χρόνια. Επομένως, στην εγκυμοσύνη μπαίνουν τα πρώτα θεμέλια των μαθησιακών και αντιληπτικών ικανοτήτων, της αναλυτικής και μαθηματικής σκέψης. Όσο περισσότερη η επικοινωνία και τα κατάλληλα ερεθίσματα που μεταφέρονται στο μωρό, τόσο περισσότερο ενισχύεται η νοητική του ανάπτυξη.

Το πώς το έμβρυο επηρεάζεται και διαμορφώνεται κατά τους εννέα μήνες της εγκυμοσύνης μπορεί να εξηγηθεί και να υποστηριχθεί και από τη σκοπιά της Ιατρικής. Η μητέρα διοχετεύει στο έμβρυο πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στο εξωτερικό περιβάλλον, ανάλογα με τον τρόπο που εκείνη την αντιλαμβάνεται. Οι αντιλήψεις που έχουμε για το περιβάλλον και τα αισθήματα που απορρέουν από αυτές προκαλούν σωματικές αντιδράσεις με το να ελευθερώνουν μόρια «σινιάλα» στο αίμα που ρυθμίζουν τη μεταβολική συμπεριφορά του οργανισμού και τον βοηθούν να προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Αυτά τα μόρια διοχετεύονται και στο έμβρυο μέσω του πλακούντα. Οι σωματικές αντιδράσεις στο περιβάλλον περιλαμβάνουν ρυθμίσεις του νευρικού συστήματος, των ενδοκρινολογικών οργάνων και του καρδιολογικού, αναπνευστικού, πεπτικού συστήματος.

Μαμά = Μωρό

Το μωρό, λοιπόν, δομείται μέσα στην μήτρα και θεμελιώνει τη σωματική, συναισθηματική, νοητική, πνευματική του φυσιογνωμία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι χαρούμενη μαμά συνεπάγεται χαρούμενο μωρό. Αγχωμένη μαμά, φοβισμένο μωρό.

Διάβασε τη συνέχεια στην επόμενη σελίδα