Όταν μιλάμε για τη μητρότητα, συχνά σκεφτόμαστε τη φροντίδα, την αγάπη και τη φυσική παρουσία μιας μητέρας δίπλα στο παιδί της. Στην πραγματικότητα όμως η λεγόμενη "μητρική λειτουργία" είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Δεν αφορά μόνο το να ταΐζεις, να κοιμίζεις ή να ηρεμείς ένα μωρό, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια μητέρα βοηθά το παιδί της να οργανώσει σταδιακά τον κόσμο του - σωματικά, συναισθηματικά και ψυχικά.
Ποιες είναι οι λειτουργίες που επιτελεί η μητέρα σύμφωνα με το βιβλίο της ψυχαναλύτριας Μερόπης Μιχαλέλη "Διαδρομές Γονεικότητας" (Εκδόσεις Παπαδόπουλος)
"Αγαπά: προστατεύει το μωρό από τις διεγέρσεις.
Φροντίζει: στηρίζει το μωρό σε φυσικό και ψυχικό επίπεδο, παραμένοντας διαθέσιμη όταν χρειαστεί, είναι με άλλα λόγια αξιόπιστη.
Θρέφει: ξέρει να δίνει αλλά και ταυτόχρονα να στερεί, έτσι ώστε να μην είναι αναντικατάστατη και να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο που θα επιτρέπει βαθμιαία την απουσία της. Όλοι τρώμε, πολύ, λίγο. Όμως το αν απολαμβάνουμε την τροφή μας εδράζεται σε αυτές τις πρώτες εμπειρίες θρέψης, όπου εκτός από την τροφή αυτό που, κυρίως και πρωτίστως, διοχετεύει η μητέρα είναι ένα μήνυμα στο μωρό της ότι απολαμβάνει αυτό που είναι εν εξελίξει μεταξύ τους.
Εμπεριέχει: αντέχει την ένταση του άγχους που μπορεί να γίνει και αγωνία μπροστά στο χάος και το άγνωστο. Αντέχει να μην καταλαβαίνει και μετασχηματίζει τα ακατανόητα και ακατονόμαστα του παιδιού, ώστε να το ηρεμήσει. Η διάδραση ανάμεσα στο σώμα της μητέρας και του βρέφους, η οποία αρχίζει από την ενδομήτρια ζωή, θα προσδιορίσει τις μελλοντικές ικανότητες του νέου οργανισμού να διαχειρίζεται στρεσογόνες καταστάσεις.
Εισάγει στη συμβολική τάξη: ευνοεί την απομάκρυνση από την αρχική συγχώνευση μαζί της. Εισάγει τη θέση του πατέρα και αντιμετωπίζει στη σκέψη της την εξέλιξη του μωρού και τον αποχωρισμό του από αυτήν.
Η μαμά στη θέση του παιδιού: η ψυχική ευελιξία της μητέρας θα της επιτρέψει να παλινδρομεί και να μπαίνει στη θέση του παιδιού της, προκειμένου να προσαρμόσει τις φροντίδες της στις ανάγκες του. Αυτό σημαίνει ότι ενεργοποιούνται εκείνες οι παιδικές εμπειρίες που απαντούν σε ερωτήματα όπως: η ικανοποίηση, η δυσαρέσκεια, η στέρηση και η ματαίωση. Ποιες είναι οι δικές της εσωτερικευμένες εικόνες για τη δική της μητέρα; Μια μητέρα που την αγάπησε ή την απείλησε; Έργο ομολογουμένως δύσκολο, διότι η μητέρα πρέπει να βρει το σωστό μέτρο μεταξύ των παροχών προς το παιδί της και των στερήσεων–ματαιώσεων που θα του επιβάλει.
Πώς, όμως, στην αρχή της ζωής συνδέονται η ανωριμότητα του παιδικού ψυχισμού με την πολυπλοκότητα των επιθυμιών της μητέρας; Με ποιες διαδικασίες θα εκφραστούν και θα συναντηθούν οι πρώιμες ικανότητες του παιδιού και οι δυνατότητες/ικανότητες της μητέρας;
Ο Ντόναλντ Γουίνικοτ (1991), αναφερόμενος στην πρωταρχική μητρική ενασχόληση, τη χαρακτήρισε ως μια ειδική ψυχιατρική κατάσταση που αγγίζει έναν βαθμό ψυχικής ευαισθησίας στην εγκυμοσύνη και, κυρίως, στο τέλος της, κατάσταση υπερευαισθησίας που επιτρέπει στη μητέρα να προσαρμοστεί με κατάλληλη λεπτότητα στις πρώιμες ανάγκες του παιδιού της. Η ψυχική ευπλαστότητα και η ευκαμψία της μητέρας θα της επιτρέψουν να παλινδρομεί και να μπαίνει στη θέση του παιδιού της, προκειμένου να προσαρμόσει τις φροντίδες της στις ανάγκες του.
Ο Τ. Μπ. Μπράζελτον (T.B. Brazelton, 1973), παιδίατρος και καθηγητής στο Χάρβαρντ, δίνοντας έμφαση στις πρώιμες ικανότητες του νεογέννητου, για την αξιολόγηση των οποίων ανέπτυξε την ομώνυμη κλίμακα (Neonatal Behavioural Assessment Scale, NBAS), έδειξε ότι ο πρωταρχικός δεσμός βασίζεται σε αυτές τις πρώιμες ικανότητες του νεογέννητου που δρουν πάνω στη μητέρα του και την καθιστούν μητέρα, καθώς με τη σειρά της εκείνη θα είναι σε θέση να αναγνωρίσει αυτές του τις ικανότητες, να τις νιώσει και να απαντήσει με τρόπο κατάλληλο στα καλέσματά του.
Το μωρό –προκειμένου να επεξεργαστεί και να μετασχηματίσει όσα δέχεται και προσλαμβάνει από το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον– έχει ανάγκη από τη "μητρική διαχείριση". Χάρη σε αυτήν, η μητέρα φιλτράρει τις τοξικές και ανυπόφορες για το παιδί της διεγέρσεις και τις μετασχηματίζει σε μια εμπειρία που θα έχει νόημα, τόσο για εκείνη όσο και για το ίδιο.
Ο Π. Μαρτί (P. Marty, 1976), από τους θεμελιωτές της Ψυχοσωματικής Σχολής του Παρισιού, απέδωσε στη μητρική διαχείριση έναν πολύ σημαντικό ρόλο σε ό,τι αφορά τη γένεση των σωματικών λειτουργιών του παιδιού. Χρησιμοποίησε τις έννοιες του προγραμματισμού (programmation) και του αυτοματισμού (automation) για να περιγράψει το πώς συντελείται στο στάδιο αυτό η ψυχοσωματική εξέλιξη του βρέφους.
Με τον όρο προγραμματισμός περιγράφει τις πρώιμες ικανότητες με τις οποίες έρχεται εξοπλισμένο το βρέφος ώστε να γνωρίσει, αλλά και να επενδύσει το αντικείμενο φροντίδας, στο πλαίσιο ενός έμφυτου προγράμματος. Σε αυτή την αρχική εξελικτική φάση της ψυχικής ανωριμότητας, οι ψυχικές δομές είναι αδιαφοροποίητες.
Ο Π. Μαρτί ονόμασε αυτή την αρχική ψυχική οργάνωση "αρχέγονο μωσαϊκό", καταδεικνύοντας ότι οι οργανικές λειτουργίες επιτελούνται παράλληλα με μια σχετική ανεξαρτησία και με αυτοματισμό.
Η μητρική διαχείριση θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Μεταξύ άλλων, συνίσταται στον εντοπισμό των σημείων όπου θα γίνει το πέρασμα από τις επαναλαμβανόμενες εκφράσεις του βρέφους (automation) προς τον εξελικτικό προγραμματισμό (programmation).
Ο ρόλος της λειτουργίας "διαχείρισης" της μητέρας θα είναι καθοριστικός, θετικός ή αρνητικός, για την εγκατάσταση των σωματικών λειτουργιών του παιδιού. Ο συντονισμός των λειτουργιών του αρχέγονου μωσαϊκού εξασφαλίζεται χάρη στον ρόλο της "διαχειρίστριας" των λειτουργιών του βρέφους που αναλαμβάνει η μητέρα: τροφή, ύπνος, καθημερινή φροντίδα.
Η διαχειριστική και αλεξιερεθιστική λειτουργία της μητέρας θα επιτρέψει στα διάσπαρτα κομμάτια του ψυχισμού του παιδιού να απαρτιωθούν. Στην αρχή, λέει ο Μισέλ Φαν (M. Fain, 1971), Γάλλος ψυχαναλυτής και ιδρυτής της Ψυχοσωματικής Σχολής του Παρισιού, το βρέφος, ως μοναδικό αντικείμενο ενασχόλησης της μητέρας, ζει στην αγκαλιά της μια κατάσταση απόλυτης πληρότητας: η μητέρα του είναι τα πάντα γι’ αυτό, φυσικά και ψυχικά παρούσα. Μια τέτοια εμπειρία, όπως ο Φρόιντ τόνισε ήδη από το 1900, είναι σημαντικό να επαναληφθεί πολλές φορές.
Προσαρμογές αρχικές, που άλλοτε αρμονικά και άλλοτε λιγότερο, θα γίνουν ανάμεσα στη μητέρα και το μωρό της και θα δώσουν και στους δύο αμοιβαία αισθήματα ευχαρίστησης, γνωριμίας και αναγνώρισης. Όλες αυτές οι πολύ λεπτές διευθετήσεις δεν γίνονται ποτέ με τέλειο τρόπο. Γι’ αυτό κανένα μωρό δεν θα διανύσει αυτούς τους πρώτους μήνες της ζωής του χωρίς να παρουσιάσει κάποτε μια ψυχοσωματική συμπτωματολογία, απλή τις πιο πολλές φορές, που θα υποχωρήσει χάρη στην κατάλληλη μητρική διαχείριση".
Απόσπαμασμα από το βιβλίο της ψυχαναλύτριας Μερόπης Μιχαλέλη "Διαδρομές Γονεικότητας" (Εκδόσεις Παπαδόπουλος)
