Η απάντηση σε όσους λένε "κι εμείς φάγαμε ξύλο, δεν πάθαμε κατι"

Όλοι όσοι έφαγαν ξύλο έπαθαν κάτι απ' αυτό, όμως δεν μπορούν όλοι δυστυχώς να το αναγνωρίσουν.

ΓΡΑΦΕΙ: Άννα Βασιλάκη -
Η απάντηση σε όσους λένε "κι εμείς φάγαμε ξύλο, δεν πάθαμε κατι" istock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο
Πρόσθεσε το themamagers.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

"Το χαστούκι (π.χ. η σφαλιάρα, το ξύλο) ορίζεται επιστημονικά από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τη βιβλιογραφία της αναπτυξιακής ψυχολογίας ως μορφή σωματικής τιμωρίας —η χρήση δηλαδή φυσικής δύναμης με πρόθεση την πρόκληση πόνου— και, παρότι συχνά διαχωρίζεται θεσμικά από τη βαριά κακοποίηση, μελετάται ευρέως ως μια πράξη βίας που ενέχει σοβαρούς κινδύνους κλιμάκωσης και παρόμοιες αρνητικές ψυχικές συνέπειες".

Τα αντανακλαστικά απέναντι σε περιστατικά βίας λειτουργούν διαφορετικά από περίπτωση σε περίπτωση. Σε ορισμένες καταστάσεις υπάρχει άμεση κινητοποίηση, καταγγελία και παρέμβαση, όπως συνέβη πρόσφατα σε παραλία της Αιγιάλειας, όπου αυτόπτης μάρτυρας ενημέρωσε τις Αρχές επειδή μια μητέρα έδωσε ένα χαστούκι στο 6χρονο παιδί της. Η Αστυνομία επενέβη, οι γονείς συνελήφθησαν και με εισαγγελική εντολή το παιδί απομακρυνθηκε προσωρινά και μεταφέρθηκε στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο, ενώ οι γονείς αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι. Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, τέτοιες συμπεριφορές αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, ανοχή ή συγκατάβαση.

Με αφορμή αυτό το περιστατικό, κάτω από τις σχετικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επανήλθε η γνωστή φράση: "Κι εμείς φάγαμε ξύλο, αλλά δεν πάθαμε κάτι..."

"Κι εμείς φάγαμε ξύλο, αλλά δεν πάθαμε κάτι..."

Η Θεώνη Κουφονικολάου, πρώην Συνήγορος του Παιδιού, δίνει μια βαθιά ανθρώπινη αλλά ταυτόχρονα επιστημονικά τεκμηριωμένη απάντηση σε όσους επαναλαμβάνουν αυτή τη δικαιολογία:

"Όλοι όσοι υπέστησαν κακοποίηση έπαθαν κάτι απ' αυτό, όμως δεν μπορούν όλοι δυστυχώς να το αναγνωρίσουν. Και αυτό είναι πολύ ανθρώπινο. Συμβαίνει λόγω των περίπλοκων μηχανισμών της άρνησης, της απώθησης, της ανάγκης εξιδανίκευσης της προέλευσής μας και εξασφάλισης έστω και τεχνητής συνοχής στην προσωπική ιστορία μας. Η απάντηση αυτή δεν δίνεται επειδή αυτοί οι άνθρωποι δεν αγαπούν τα παιδιά."

Ωστόσο, η πραγματικότητα απέχει πολύ από το "δεν πάθαμε τίποτα". Σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο 13 της Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού, οι επιπτώσεις όλων των εκφάνσεων της βίας στους ανηλίκους είναι συντριπτικές:

Σωματική υγεία: Από τραυματισμούς έως και τον θάνατο.

Συναισθηματική/ψυχολογική φύση: Αισθήματα απόρριψης και εγκατάλειψης, βαθύ τραύμα, φόβος και συντετριμμένη αυτοεκτίμηση.

Ψυχική υγεία: Καταθλιπτικές διαταραχές, ψευδαισθήσεις και απόπειρες αυτοκτονίας.

Επικίνδυνες συμπεριφορές: Πρόωρη έναρξη σεξουαλικής συμπεριφοράς και κατάχρηση ουσιών.

Αναπτυξιακές και συμπεριφορικές συνέπειες: Διακοπή της σχολικής φοίτησης ή επιθετικές συμπεριφορές που οδηγούν σε σύγκρουση με τον νόμο.

"Οι νευροεπιστήμες μάλιστα, μας λένε ότι οι εμπειρίες αυτές, λόγω της νευροπλαστικότητας του εγκεφάλου, αλλάζουν την "αρχιτεκτονική" του και οδηγούν σε ελλιπή ανάπτυξη και υπο-δραστηριότητα ολόκληρων συστημάτων του. Άρα στην καλύτερη περίπτωση κάποια/κάποιος, εξαιτίας της βίας, δεν αναπτύσσει πλήρως το δυναμικό του, στη χειρότερη κινδυνεύει ή υποφέρει σε όλη του τη ζωή. Ας μη συνεχίσουμε λοιπόν, πρόχειρα και ελαφρά, να υποτιμούμε τις επιπτώσεις της κακοποίησης των παιδιών στην ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη και στην κοινωνική μας συνοχή", σημειώνει χαρακτηριστικά η κα Κουφονικολάου.

Το έλλειμμα του κράτους και η ανάγκη για πραγματική πρόληψη

Πέρα από την καταδίκη του φαινομένου και την ευαισθητοποίηση των πολιτών, το μείζον ζήτημα δεν είναι απλώς ο σχηματισμός άπειρων δικογραφιών, αλλά η στήριξη και καθοδήγηση των οικογενειών.

Οι γονείς κουβαλούν τις δικές τους εμπειρίες, ανάγκες και τραύματα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί:

  • Δεν υπάρχει εθνική στρατηγική πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας.
  • Οι υπηρεσίες διερεύνησης είναι υποστελεχωμένες (στον Δήμο Αθηναίων, μια κοινωνική έρευνα μπορεί να καθυστερήσει έως και έναν χρόνο λόγω του φόρτου εργασίας).
  • Δεν υπάρχουν επαρκώς επιμορφωμένοι επαγγελματίες (εκπαιδευτικοί κ.ά.) για την έγκαιρη αναγνώριση του φαινομένου, ούτε σύστημα πλαισίωσης των οικογενειών που χρειάζονται καθοδήγηση.
  • Η απομάκρυνση ενός παιδιού πρέπει να παραμένει η έσχατη λύση, καθώς η εισαγωγή ανηλίκων στο υποτυπώδες σύστημα παιδικής προστασίας συχνά οδηγεί στη δευτερογενή θυματοποίησή τους.

Ούτε η τιμωρητική λογική μας εξυπηρετεί, ούτε η αποκλειστική εστίαση στην ποινική καταστολή, ούτε φυσικά η αδιαφορία. Ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να προσεγγίζει τις οικογένειες παιδοκεντρικά, προσφέροντας ουσιαστική ψυχοκοινωνική στήριξη, αντί να αφήνει τις εισαγγελίες να ψάχνουν εναγωνίως μια κλίνη σε νοσοκομείο ή ίδρυμα για να στεγάσουν τρομαγμένα παιδιά.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης