Νέα στοιχεία για όσα διαδραματίστηκαν πίσω από τις κλειστές πόρτες του δικαστηρίου έδωσαν στη δημοσιότητα τρεις γυναίκες που συμμετείχαν στο 12μελές σώμα των ενόρκων στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι. Η 36χρονη κατηγορείται ότι σκότωσε τα τρία παιδιά της, την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόσον και τον 8 μηνών Κάλαν.
Οι ένορκοι συνεδρίασαν επί ημέρες χωρίς να καταφέρουν να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση, με αποτέλεσμα η διαδικασία να οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Όπως αποκάλυψαν οι τρεις γυναίκες μιλώντας στο NBC 10 Boston, η πλειοψηφία φέρεται να είχε σχεδόν καταλήξει στην αθώωση της Κλάνσι λόγω ψυχικής ασθένειας. Ωστόσο, ένας άνδρας ένορκος παρέμεινε αντίθετος, γεγονός που τελικά οδήγησε στην κακοδικία.
Η Ρόνι, επικεφαλής του σώματος και συνταξιούχος δασκάλα ειδικής αγωγής, περιέγραψε τη στιγμή που πίστεψε ότι η απόφαση είχε ουσιαστικά κριθεί.
"Παραδέχθηκε ότι είχε εύλογη αμφιβολία αφού παρακολουθήσαμε το βίντεο της συνέντευξης της Κλάνσι. Είχα αρχίσει να συμπληρώνω τα έγγραφα, ήμουν τόσο ενθουσιασμένη. Υπήρχαν τρία έντυπα που έπρεπε να συμπληρώσω και είχα ήδη βάλει την υπογραφή μου σε καθένα από αυτά, αλλά τότε εκείνος είπε: 'Παρόλα αυτά, δεν πρόκειται να πω ότι είναι αθώα λόγω παραφροσύνης'", είπε η επικεφαλής του σώματος των ενόρκων.
Στη δημόσια συζήτηση για τη διαδικασία συμμετείχαν η Πόλα, πρώην συνεργάτιδα κυβερνητικής υπηρεσίας, η Κέλι, που εργάζεται ως σεφ, και η Ρόνι. Και οι τρεις περιέγραψαν τον συγκεκριμένο ένορκο ως ιδιαίτερα δύσκολο στη συνεργασία και "αλαζόνα", υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ακούσει τα επιχειρήματα των υπολοίπων.
"Ήταν πολύ αλαζόνας. Πραγματικά δεν δεχόταν τίποτα από όσα έλεγαν οι άλλοι", ανέφερε μία από τις γυναίκες. Μία άλλη περιέγραψε την ένταση που επικρατούσε στην αίθουσα: "Όλοι μας, μέσα στην απογοήτευσή μας, σηκωνόμασταν και περπατούσαμε στην αίθουσα γιατί δεν αντέχαμε άλλο να καθόμαστε. Πηγαίναμε όλοι στο καρότσι με τα αποδεικτικά στοιχεία. Εκείνος, νομίζω, σηκώθηκε μόνο μία φορά για πολύ λίγο και μετά επέστρεψε στη θέση του".
Σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, ο άνδρας ένορκος δεν έδειχνε διάθεση να συμμετάσχει ουσιαστικά στη συζήτηση ούτε να εξετάσει την οπτική των υπολοίπων.
"Δεν ήθελε να αλληλεπιδράσει μαζί μας και να προσπαθήσει να καταλάβει. Του διαβάσαμε πολλές φορές τον ορισμό της εύλογης αμφιβολίας, όπως τον είχε δώσει στις οδηγίες του ο δικαστής Ουίλιαμ Σάλιβαν. Αλλά δυσκολευόταν πάρα πολύ να ξεπεράσει το γεγονός ότι η Λίντσεϊ σκότωσε με τόσο βίαιο τρόπο τα παιδιά της", εξήγησε μία από τις ενόρκους.
Αιχμές για την εισαγγελία σχετικά με την ψυχική κατάσταση της Κλάνσι
Οι τρεις γυναίκες άσκησαν παράλληλα κριτική και στον τρόπο με τον οποίο η εισαγγελική πλευρά παρουσίασε την υπόθεση, θεωρώντας ότι δεν έδειξε επαρκή κατανόηση για την ψυχική κατάσταση της Κλάνσι. Κατά τη διάρκεια της δίκης, όπως αναφέρουν, πληροφορήθηκαν ότι η 36χρονη είχε αντιμετωπίσει σοβαρή αϋπνία, άγχος, κατάθλιψη, αυτοκτονικές σκέψεις και σκέψεις να βλάψει τα παιδιά της κατά τους τέσσερις μήνες που προηγήθηκαν των δολοφονιών.
"Μου φάνηκε σκληρό – πολύ, πολύ σκληρό", δήλωσε μία από τις ενόρκους. "Το γεγονός ότι δεν υπήρξε κανένας μάρτυρας που να υποστηρίζει ότι η Λίντσεϊ ήταν κακή μητέρα... το θεώρησα μεροληπτικό", πρόσθεσε.
Η Ρόνι υποστήριξε ακόμη ότι η συνολική εικόνα που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ήταν εκείνη μιας μητέρας που αγαπούσε τα παιδιά της.
"Όλοι οι μάρτυρες και τα στοιχεία απέδειξαν ότι αγαπούσε τα παιδιά της... άρα πρέπει να είχε χάσει τον έλεγχο", δήλωσε.
Θετικές ήταν, σύμφωνα με τις τρεις γυναίκες, και οι εντυπώσεις τους από τον συνήγορο υπεράσπισης της Κλάνσι. Τον χαρακτήρισαν "χαρισματικό", "αλαζόνα", "συμπονετικό" και "αστείο", ενώ ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη στάση που κράτησε απέναντι στην κατηγορούμενη. Όπως είπαν, "η συμπόνια που έδειξε στη Λίντσεϊ ήταν εντυπωσιακή".
Χωρίς ομόφωνη απόφαση η δίκη Κλάνσι
Η δίκη κηρύχθηκε άκυρη την Παρασκευή από τον δικαστή Σάλιβαν, όταν οι ένορκοι υπέβαλαν για τρίτη φορά σημείωμα ενημερώνοντας ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση.
Συνολικά, το σώμα των ενόρκων, το οποίο αποτελούνταν από εννέα γυναίκες και τρεις άνδρες, συνεδρίασε για περίπου 38 ώρες σε διάστημα επτά ημερών. Το πρώτο μήνυμα προς τον δικαστή για το αδιέξοδο εστάλη την Τρίτη, ακολούθησε δεύτερο την Τετάρτη και ένα τρίτο την Παρασκευή, το οποίο οδήγησε τελικά στην ακύρωση της δίκης.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, ο δικηγόρος της Κλάνσι, Κέβιν Ρέντινγκτον, ζήτησε από τους ενόρκους να αποφανθούν ότι η 36χρονη πρώην νοσηλεύτρια δεν έφερε ποινική ευθύνη για τις πράξεις της. Υποστήριξε ότι την περίοδο των θανάτων βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής επιλόχειας ψύχωσης και ότι άκουγε μια φωνή που την καλούσε να στραγγαλίσει τα τρία παιδιά της στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Αντίθετη ήταν η εκδοχή της εισαγγελίας. Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Κλάνσι είχε οργανώσει τις δολοφονίες και στη συνέχεια επινόησε την ιστορία για τις φωνές και το ψυχωτικό επεισόδιο, προκειμένου να αποφύγει τον ποινικό καταλογισμό.