Οι μικρές συνήθειες που συνδέονται με περισσότερα χρόνια ζωής

Η σημασία των μικρών παρεμβάσεων στην υγεία και τη μακροζωία

ΓΡΑΦΕΙ: The Mamagers Team -
Οι μικρές συνήθειες που συνδέονται με περισσότερα χρόνια ζωής iStock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο

Ακόμη και πολύ μικρές αλλαγές στην καθημερινή ρουτίνα, όπως λίγα λεπτά περισσότερης σωματικής δραστηριότητας, μικρότερη διάρκεια καθιστικής ζωής ή μικρές βελτιώσεις στον ύπνο και στη διατροφή, μπορούν να έχουν ουσιαστικό όφελος στη μακροζωία και στη γενική υγεία του πληθυσμού, σύμφωνα με δύο μεγάλες επιστημονικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά του ομίλου "The Lancet".

Η πρώτη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "The Lancet", βασίστηκε στην ανάλυση δεδομένων περισσότερων από 135.000 ενηλίκων από επτά πληθυσμιακές ομάδες στη Νορβηγία, τη Σουηδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και από τη UK Biobank. Η μέση περίοδος παρακολούθησης ήταν οκτώ έτη. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν συσκευές καταγραφής της σωματικής δραστηριότητας και του καθιστικού χρόνου, προκειμένου να εκτιμήσουν πόσοι θάνατοι θα μπορούσαν δυνητικά να αποφευχθούν μέσω μικρών αυξήσεων της καθημερινής μέτριας έως έντονης άσκησης ή μέσω μείωσης του χρόνου αδράνειας.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μόλις πέντε επιπλέον λεπτά ημερήσιας μέτριας έντασης δραστηριότητας, όπως περπάτημα με ταχύτητα πέντε χιλιομέτρων την ώρα, συνδέονται με μείωση της συνολικής θνησιμότητας κατά 10% για την πλειονότητα των ενηλίκων, οι οποίοι κατά μέσο όρο καταγράφουν περίπου 17 λεπτά τέτοιας δραστηριότητας ημερησίως. Για τους λιγότερο δραστήριους ενήλικες, που κινούνται με μέτρια ένταση περίπου δύο λεπτά την ημέρα, η αντίστοιχη μείωση της θνησιμότητας ανέρχεται στο 6%. Η αύξηση της άσκησης κατά δέκα λεπτά ημερησίως συσχετίστηκε με μείωση των θανάτων κατά 15% στους περισσότερους ενήλικες και κατά 9% στους λιγότερο δραστήριους.

Παράλληλα, η μείωση του καθιστικού χρόνου κατά 30 λεπτά την ημέρα συνδέθηκε με εκτιμώμενη μείωση της συνολικής θνησιμότητας κατά 7% για άτομα που περνούν κατά μέσο όρο περίπου δέκα ώρες ημερησίως σε καθιστική θέση.

Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι, όπως ισχύει σε όλες τις παρατηρητικές έρευνες, παράγοντες που δεν έχουν καταγραφεί ενδέχεται να επηρεάζουν τα αποτελέσματα και ότι οι συσχετίσεις δεν τεκμηριώνουν αιτιώδη σχέση. Ωστόσο, τονίζουν πως τα ευρήματα καταδεικνύουν το σημαντικό όφελος για τη δημόσια υγεία ακόμη και από ελάχιστες αλλαγές στη σωματική δραστηριότητα και στη μείωση της αδράνειας.

Η δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "eClinicalMedicine", εστίασε στον συνδυασμό ύπνου, σωματικής δραστηριότητας και διατροφής και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μικρές, ταυτόχρονες βελτιώσεις σε αυτούς τους τομείς μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συνολική διάρκεια ζωής.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, πέντε επιπλέον λεπτά ύπνου, δύο λεπτά μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας, όπως γρήγορο περπάτημα ή ανέβασμα σκάλας, και μισή επιπλέον μερίδα λαχανικών ημερησίως θα μπορούσαν να προσθέσουν ένα επιπλέον έτος ζωής σε άτομα με τις λιγότερο υγιεινές υφιστάμενες συνήθειες.

Παρότι ο ύπνος, η φυσική δραστηριότητα και η διατροφή αναγνωρίζονται ως καθοριστικοί παράγοντες για τη μακροζωία και τη μείωση του κινδύνου νόσου, συνήθως μελετώνται μεμονωμένα. Η συγκεκριμένη έρευνα είναι η πρώτη που εξετάζει τις ελάχιστες συνδυασμένες αλλαγές στους τρεις αυτούς τομείς που μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση της διάρκειας ζωής και των ετών καλής υγείας.

Η μελέτη ανέλυσε στοιχεία από σχεδόν 60.000 συμμετέχοντες της βρετανικής Biobank, οι οποίοι καταγράφηκαν την περίοδο 2006-2010 και παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για οκτώ έτη. Με τη χρήση στατιστικού μοντέλου, οι ερευνητές εκτίμησαν τη διάρκεια ζωής και τα έτη καλής υγείας για διαφορετικούς συνδυασμούς συμπεριφορών. Σε σύγκριση με τα άτομα με τις χειρότερες συνήθειες, ο βέλτιστος συνδυασμός —επτά έως οκτώ ώρες ύπνου ημερησίως, περισσότερα από 40 λεπτά μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας και υγιεινή διατροφή— συνδέθηκε με περισσότερα από εννέα επιπλέον χρόνια ζωής και καλής υγείας.

Και σε αυτή την περίπτωση, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες προκειμένου τα αποτελέσματα να αξιοποιηθούν στην κλινική πρακτική και στον σχεδιασμό πολιτικών δημόσιας υγείας.

Διαβάστε Επίσης