"Έχω την αποκλειστική επιμέλεια, αλλά το κράτος δεν με θεωρεί παντού μονογονέα": Η δικηγόρος Σουζάνα Κλημεντίδη ξεδιαλύνει το νομικό παράδοξο

Η Σουζάνα Κλημεντίδη, διακεκριμένη δικηγόρος με βαθιά εξειδίκευση στο οικογενειακό δίκαιο, εξηγεί ακριβώς τι σημαίνει μονονεικότητα, αποκλειστική επιμέλεια αλλά και το πρόβλημα που δημιουργείται από την έλλειψη ενός ενιαίου ορισμού του από το κράτος.

"Έχω την αποκλειστική επιμέλεια, αλλά το κράτος δεν με θεωρεί παντού μονογονέα": Η δικηγόρος Σουζάνα Κλημεντίδη ξεδιαλύνει το νομικό παράδοξο
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο
Πρόσθεσε το themamagers.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Είσαι single μαμά, μεγαλώνεις το παιδί σου μόνη σου, επωμίζεσαι όλα τα βάρη της ανατροφής του και, έχοντας περάσει από δικαστικές αίθουσες (ή αν είσαι τυχερή από το γραφείο του συμβολαιογράφου), έχεις στα χέρια σου την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού σου. Για εσένα, τον περίγυρό σου και την ίδια την πραγματικότητα, είσαι ο ορισμός του μονογονέα.

Για το ελληνικό κράτος, όμως, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά.

Πίσω από τον τίτλο της "αποκλειστικής επιμέλειας" κρύβεται μια τεράστια γραφειοκρατική δυσκολία. Στην Ελλάδα του σήμερα, δεν υπάρχει μια ενιαία, επίσημη "Βεβαίωση Μονογονέα" που να ανοίγει όλες τις πόρτες. Αντίθετα, κάθε δημόσιος φορέας, κάθε επίδομα, ο ΑΣΕΠ, οι δήμοι, ακόμα και τα σχολεία, ορίζουν τη μονογονεϊκότητα με τα δικά τους, εντελώς διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα κριτήρια. Το αποτέλεσμα; Χιλιάδες μητέρες (αλλά και μπαμπάδες)- διαζευγμένες και με αποκλειστική επιμέλεια- να βρίσκονται σε έναν διαρκή, εξαντλητικό αγώνα, προσπαθώντας κάθε φορά να "αποδείξουν" το αυτονόητο.

Γιατί συμβαίνει αυτό το νομικό παράδοξο; Πώς επηρεάζει τη ζωή των γυναικών και πώς μπορεί μια single μαμά να προστατεύσει τα δικαιώματά της μέσα σε αυτό το χάος;

Ζητήσαμε από τη Σουζάνα Κλημεντίδη, διακεκριμένη δικηγόρο με βαθιά εξειδίκευση και ενεργό δράση στα δικαιώματα των γυναικών και το οικογενειακό δίκαιο, να μας βοηθήσει να χαρτογραφήσουμε την κατάσταση και να δώσει απαντήσεις σε όλα όσα μας αφορούν άμεσα.

Σουζάνα Κλημεντιδη

Στην καθημερινότητα, μία γυναίκα με αποκλειστική επιμέλεια είναι ουσιαστικά μία single μαμά. Το ελληνικό κράτος μοιάζει να μην το αναγνωρίζει πάντα. Υπάρχει διαχωρισμός της "αποκλειστικής επιμέλειας" από τη "μονογονεϊκότητα";

Στην πράξη, μια γυναίκα που έχει την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού της βιώνει συχνά την καθημερινότητα μιας μόνης μητέρας, καθώς επωμίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου τη φροντίδα, την ανατροφή, την οργάνωση και τις αποφάσεις της καθημερινής ζωής. Ωστόσο, η αποκλειστική επιμέλεια δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη μονογονεϊκότητα. Η πρώτη αφορά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η επιμέλεια του παιδιού, ενώ η δεύτερη συνδέεται με τις προϋποθέσεις που θέτει το κράτος για παροχές, διευκολύνσεις ή ειδική προστασία. Έτσι, ένας γονέας που έχει την αποκλειστική επιμέλεια μπορεί να μη θεωρείται αυτομάτως μονογονέας, ιδίως όταν ο άλλος γονέας είναι εν ζωή, έχει αναγνωρισμένη σχέση με το παιδί και εξακολουθεί να διατηρεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις, όπως επικοινωνία ή διατροφή. Η διάκριση αυτή δημιουργεί συχνά απόσταση, και ενίοτε σύγχυση, ανάμεσα σε αυτό που προβλέπουν οι κανόνες και σε αυτό που συμβαίνει στην πραγματική ζωή. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο προβληματικό στοιχείο της.

Μία μητέρα με αποκλειστική επιμέλεια μπορεί να λαμβάνει διατροφή. Αυτό σημαίνει ότι χάνει το δικαίωμα να θεωρείται "μονογονέας";

Το γεγονός ότι μια μητέρα λαμβάνει διατροφή για το παιδί της δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι παύει να βιώνει την πραγματικότητα της μονογονεϊκότητας. Η διατροφή αποτελεί την εκπλήρωση μιας οικονομικής υποχρέωσης του άλλου γονέα απέναντι στο παιδί και δεν συνεπάγεται ότι οι ευθύνες της καθημερινής φροντίδας, της ανατροφής, της εκπαίδευσης και της συναισθηματικής υποστήριξης μοιράζονται ισότιμα. Για πολλές γυναίκες με αποκλειστική επιμέλεια, η καθημερινότητα παραμένει ουσιαστικά εκείνη ενός ανθρώπου που λαμβάνει μόνος του τις κρίσιμες αποφάσεις και επωμίζεται το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών. Υπό αυτό το πρίσμα, γεννάται το ερώτημα κατά πόσο η ύπαρξη διατροφής αρκεί για να αποκλείσει την αναγνώριση μιας οικογένειας ως μονογονεϊκής ή αν θα έπρεπε να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην πραγματική κατανομή των γονικών υποχρεώσεων.

Πώς εξηγείτε το παράδοξο μία μητέρα να θεωρείται μονογονέας για ένα επίδομα του ΟΠΕΚΑ, αλλά όχι για μία πρόσληψη μέσω ΑΣΕΠ ή για άλλη παροχή;

Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός της μονογονεϊκότητας που να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις. Κάθε νομοθετική ρύθμιση θεσπίστηκε για διαφορετικό σκοπό και θέτει τα δικά της κριτήρια. Έτσι, μια μητέρα μπορεί να πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί μονογονέας στο πλαίσιο ενός επιδόματος, αλλά να μην πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για μια διαδικασία πρόσληψης ή για μια άλλη κοινωνική παροχή.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ίδια οικογενειακή πραγματικότητα αξιολογείται διαφορετικά ανάλογα με το πεδίο εφαρμογής του νόμου. Αυτό δημιουργεί συχνά σύγχυση, αλλά και ένα αίσθημα αδικίας στους γονείς που αναλαμβάνουν μόνοι τους την καθημερινή φροντίδα των παιδιών τους. Διότι από τη δική τους οπτική, οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες τους δεν αλλάζουν από υπηρεσία σε υπηρεσία ή από διαδικασία σε διαδικασία.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα έπρεπε να προσεγγίζει τη μονογονεϊκότητα με έναν πιο ενιαίο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη πρωτίστως την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικογένεια. Όταν μια μητέρα έχει την αποκλειστική επιμέλεια και επωμίζεται καθημερινά το βάρος της ανατροφής ενός παιδιού, είναι εύλογο να αναρωτιέται γιατί αναγνωρίζεται ως μονογονέας σε μία περίπτωση αλλά όχι σε μια άλλη. Η ασυνέπεια αυτή καταδεικνύει, στην πράξη, την ανάγκη για ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο, που να ανταποκρίνεται καλύτερα τόσο στις σύγχρονες μορφές οικογένειας όσο και στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων που τις στηρίζουν.

Γιατί δεν υπάρχει μέχρι σήμερα μία ενιαία "Βεβαίωση Μονογονέα" ώστε οι γονείς να μη χρειάζεται να αποδεικνύουν συνεχώς την κατάστασή τους;

Ο βασικός λόγος είναι ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός της μονογονεϊκής οικογένειας που να γίνεται αποδεκτός από όλους τους φορείς του κράτους. Κάθε υπηρεσία, κάθε παροχή και κάθε νομοθετική ρύθμιση έχει αναπτυχθεί σε διαφορετικό χρόνο και για διαφορετικό σκοπό, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί παράλληλα συστήματα αναγνώρισης της ίδιας οικογενειακής κατάστασης. Όσο δεν υπάρχει κοινό πλαίσιο, είναι δύσκολο να υπάρξει και μία ενιαία βεβαίωση που να γίνεται αποδεκτή παντού. Αυτό έχει ως συνέπεια χιλιάδες γονείς να καλούνται να αποδεικνύουν ξανά και ξανά στοιχεία που το ίδιο το κράτος ήδη γνωρίζει μέσω δικαστικών αποφάσεων, ληξιαρχικών πράξεων, πιστοποιητικών οικογενειακής κατάστασης και άλλων δημοσίων εγγράφων. Η διαδικασία αυτή δεν επιβαρύνει μόνο τους πολίτες, αλλά και τις ίδιες τις υπηρεσίες, οι οποίες αναγκάζονται να ελέγχουν επανειλημμένα τα ίδια δεδομένα. Μια ενιαία βεβαίωση μονογονεϊκότητας θα μπορούσε να προσφέρει ασφάλεια δικαίου, ίση μεταχείριση και σημαντική μείωση της γραφειοκρατίας. Θα επέτρεπε στους γονείς να αποδεικνύουν μία φορά την κατάστασή τους και να μην εξαρτώνται κάθε φορά από διαφορετικές ερμηνείες ή διαφορετικές απαιτήσεις δικαιολογητικών. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που θα διευκόλυνε ουσιαστικά την καθημερινότητα των μονογονεϊκών οικογενειών και θα ανταποκρινόταν καλύτερα στις δυνατότητες που προσφέρει σήμερα η ψηφιακή διοίκηση.

Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις όπου, παρά την αποκλειστική επιμέλεια, ζητείται η υπογραφή ή η συγκατάθεση του πατέρα (ή του άλλου γονιού); Τι ισχύει νομικά;

Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, παρά την αποκλειστική επιμέλεια, εξακολουθεί να απαιτείται η συναίνεση του πατέρα. Αυτό συμβαίνει επειδή η αποκλειστική επιμέλεια δεν συνεπάγεται αυτομάτως και αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας. Εφόσον η γονική μέριμνα εξακολουθεί να ασκείται από κοινού, οι δύο γονείς οφείλουν να συναποφασίζουν για ζητήματα που επηρεάζουν ουσιωδώς τη ζωή του παιδιού, όπως σοβαρές ιατρικές πράξεις, η επιλογή σχολείου, η αλλαγή τόπου κατοικίας ή η έκδοση ορισμένων ταξιδιωτικών εγγράφων. Αντίθετα, για τα ζητήματα της καθημερινής ζωής του παιδιού, όπως η παρακολούθηση των μαθημάτων, οι εξωσχολικές δραστηριότητες ή οι συνήθεις αποφάσεις φροντίδας και ανατροφής, ο γονέας που έχει την επιμέλεια μπορεί να ενεργεί μόνος του. Η ανάγκη ή μη συναίνεση του άλλου γονέα εξαρτάται τελικά από το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης και από το αν έχει ανατεθεί αποκλειστικά μόνο η επιμέλεια ή και συγκεκριμένες εξουσίες της γονικής μέριμνας. Στην πράξη, πολλές δυσκολίες προκύπτουν όταν υπηρεσίες, σχολεία ή άλλοι φορείς αντιμετωπίζουν την αποκλειστική επιμέλεια σαν να μην υπάρχει ή ζητούν υπογραφές πέραν όσων απαιτεί ο νόμος. Για τον λόγο αυτό, καθοριστική σημασία έχει πάντοτε η ακριβής διατύπωση της δικαστικής απόφασης, η οποία προσδιορίζει ποια δικαιώματα και ποιες αρμοδιότητες ασκεί αποκλειστικά ο γονέας που έχει την επιμέλεια και για ποια ζητήματα εξακολουθεί να απαιτείται η συμμετοχή του άλλου γονέα.

Θεωρείτε ότι αυτή η πολυδιάσπαση της νομοθεσίας λειτουργεί ως μία μορφή έμμεσης κοινωνικής ή οικονομικής πίεσης απέναντι στις γυναίκες;

Ναι, θεωρώ ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να λειτουργεί και ως έμμεση μορφή πίεσης. Όχι επειδή ο νομοθέτης επιδιώκει συνειδητά ένα τέτοιο αποτέλεσμα, αλλά επειδή η πολυδιάσπαση των κανόνων, οι διαφορετικές προϋποθέσεις και οι συχνές ερμηνευτικές ασάφειες δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια για όσες γυναίκες καλούνται να ασκήσουν ή να διεκδικήσουν δικαιώματα. Όταν κάποιος χρειάζεται περισσότερο χρόνο, περισσότερη ενημέρωση ή μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για να κατανοήσει και να αξιοποιήσει το ισχύον πλαίσιο, η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας παύει να είναι απλώς ένα τεχνικό πρόβλημα και αποκτά πραγματικές κοινωνικές συνέπειες. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ανάγκη για σαφείς, συνεκτικούς και προσβάσιμους κανόνες δεν είναι μόνο ζήτημα καλής νομοθέτησης, αλλά και ζήτημα έμπρακτης, ουσιαστικής ισότητας.

Πώς επηρέασε ο νόμος για τη συνεπιμέλεια τις γυναίκες που προσπαθούν να πάρουν ή να διατηρήσουν την αποκλειστική επιμέλεια;

Ο νόμος 4800/2021 μετέβαλε τη φιλοσοφία του οικογενειακού δικαίου, καθώς καθιέρωσε ως αφετηρία την από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας και μετά τον χωρισμό των γονέων. Έτσι, η αποκλειστική επιμέλεια δεν θεωρείται πλέον η αυτονόητη λύση, αλλά απαιτεί ειδική αιτιολόγηση με βάση το συμφέρον του παιδιού. Για πολλές γυναίκες, οι οποίες στην πράξη εξακολουθούν να είναι η πλειονότητα των γονέων που ζητούν αποκλειστική επιμέλεια, αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αποδείξουν με μεγαλύτερη σαφήνεια γιατί η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας δεν είναι εφικτή ή δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου. Η ύπαρξη συγκρούσεων, η αδυναμία συνεργασίας των γονέων, η αδιαφορία του ενός γονέα ή άλλες σοβαρές περιστάσεις πρέπει πλέον να τεκμηριώνονται συγκεκριμένα ενώπιον του δικαστηρίου. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της μεταρρύθμισης υποστηρίζουν ότι ο νόμος ενίσχυσε τη συμμετοχή και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού και απομάκρυνε την αντίληψη ότι η ανατροφή του παιδιού μετά τον χωρισμό αποτελεί κατά κανόνα ευθύνη μόνο του ενός γονέα. Στην πράξη, επομένως, ο νόμος δεν κατέστησε αδύνατη την αποκλειστική επιμέλεια, αλλά αύξησε το βάρος τεκμηρίωσης για όποιον γονέα τη διεκδικεί. Το κρίσιμο ερώτημα για τα δικαστήρια παραμένει το ίδιο: ποια λύση υπηρετεί καλύτερα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού στη συγκεκριμένη οικογενειακή περίπτωση και όχι γενικά ή αφηρημένα.

Μέχρι να αλλάξει κάτι στη χώρα μας, τι θα συμβουλεύατε μία μητέρα που μόλις πήρε την αποκλειστική επιμέλεια;

Πρώτα απ’ όλα, θα τη συμβούλευα να διαβάσει πολύ προσεκτικά τη δικαστική απόφαση ή τη συμφωνία που ρυθμίζει την επιμέλεια και να γνωρίζει ακριβώς ποια δικαιώματα της έχουν ανατεθεί. Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι η αποκλειστική επιμέλεια λύνει αυτομάτως κάθε πρακτικό ζήτημα, όμως στην πραγματικότητα το περιεχόμενο της απόφασης είναι αυτό που καθορίζει τι μπορεί να κάνει μόνη της και σε ποιες περιπτώσεις εξακολουθεί να απαιτείται η συμμετοχή του άλλου γονέα. Παράλληλα, είναι σημαντικό να διατηρεί συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα έγγραφα, όπως τη δικαστική απόφαση, τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αφορά την οικογενειακή της κατάσταση. Δυστυχώς, σε αρκετές συναλλαγές με υπηρεσίες ή φορείς εξακολουθεί να χρειάζεται να αποδεικνύει την ιδιότητά της και η σωστή οργάνωση μπορεί να την απαλλάξει από πολύ χρόνο και ταλαιπωρία.

Θα τη συμβούλευα επίσης να μην διστάζει να διεκδικεί τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά της ως γονέα με αποκλειστική επιμέλεια. Συχνά οι ίδιοι οι πολίτες γνωρίζουν λιγότερο καλά τα δικαιώματά τους από όσο θα έπρεπε, ενώ δεν είναι σπάνιο διαφορετικές υπηρεσίες να δίνουν διαφορετικές ερμηνείες για το ίδιο ζήτημα. Η γνώση του νομικού πλαισίου αποτελεί συχνά την καλύτερη προστασία απέναντι σε περιττά εμπόδια. Τέλος, θα της έλεγα να μην αντιμετωπίζει την αποκλειστική επιμέλεια μόνο ως μια δικαστική δικαίωση, αλλά ως ένα εργαλείο που της επιτρέπει να προσφέρει στο παιδί της σταθερότητα και ασφάλεια. Η ουσία δεν βρίσκεται στα έγγραφα ή στους χαρακτηρισμούς, αλλά στη δυνατότητα να λαμβάνονται έγκαιρα οι αποφάσεις που χρειάζεται το παιδί και να διασφαλίζεται η ομαλή ανάπτυξή του μέσα σε ένα περιβάλλον συνέπειας και φροντίδας.

Εάν ένας φορέας αρνείται να αναγνωρίσει τα δικαιώματα μονογονέα, ποιο είναι το πρώτο βήμα που μπορεί να κάνει μία μητέρα;

Το πρώτο βήμα είναι να ζητήσει εγγράφως την αιτιολογία της άρνησης και να ζητήσει από τον φορέα να της γνωστοποιήσει τη συγκεκριμένη διάταξη στην οποία βασίζει την απόφασή του. Πολύ συχνά, τα προβλήματα δεν οφείλονται στην έλλειψη δικαιώματος, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία των δικαιολογητικών ή σε διαφορετική πρακτική που ακολουθεί κάθε υπηρεσία. Εφόσον διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα, όπως τη δικαστική απόφαση για την επιμέλεια ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία της οικογενειακής της κατάστασης, καλό είναι να τα προσκομίσει εκ νέου και να ζητήσει επανεξέταση της υπόθεσής της. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ζήτημα επιλύεται σε αυτό το στάδιο χωρίς να απαιτηθεί περαιτέρω ενέργεια. Αν και σε αυτή την περίπτωση το ζήτημά της δεν επιλυθεί, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει διοικητική ένσταση ή προσφυγή, όπου αυτή προβλέπεται, ή να απευθυνθεί σε αρμόδιους ελεγκτικούς και ανεξάρτητους φορείς. Όταν πρόκειται για δικαίωμα που απορρέει ευθέως από τον νόμο, η δικαστική προστασία παραμένει πάντοτε διαθέσιμη. Το σημαντικότερο είναι να μη θεωρήσει ότι η άρνηση μιας υπηρεσίας αποτελεί οριστική απάντηση. Πολλές φορές η αναγνώριση ενός δικαιώματος εξαρτάται από την ορθή παρουσίαση των στοιχείων και από τη σωστή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Η επιμονή, η τεκμηρίωση και η έγκαιρη νομική συμβουλή μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την προστασία των δικαιωμάτων τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού της.

Τι αλλαγές θα έπρεπε να γίνουν άμεσα ώστε να λυθεί ουσιαστικά το πρόβλημα;

Νομίζω ότι από τη συζήτησή μας προκύπτει αβίαστα και η απάντηση. Η σημαντικότερη αλλαγή θα ήταν η θέσπιση ενός ενιαίου και σαφούς ορισμού της μονογονεϊκής οικογένειας, ο οποίος θα εφαρμόζεται οριζόντια σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, τα επιδόματα, τις προσλήψεις και τις κοινωνικές παροχές. Σήμερα, όπως είπαμε, διαφορετικοί φορείς εφαρμόζουν διαφορετικά κριτήρια, με αποτέλεσμα γονείς που βρίσκονται στην ίδια πραγματική κατάσταση να αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με τη διαδικασία στην οποία συμμετέχουν. Παράλληλα, θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική η δημιουργία μιας ενιαίας πιστοποίησης της μονογονεϊκότητας, ώστε ο γονέας να μην αναγκάζεται να συγκεντρώνει και να προσκομίζει συνεχώς τα ίδια δικαιολογητικά σε διαφορετικές υπηρεσίες. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη επιτρέπουν πλέον στο κράτος να αντλεί τα απαραίτητα στοιχεία από τα υφιστάμενα μητρώα, περιορίζοντας σημαντικά τη γραφειοκρατία και την ταλαιπωρία των πολιτών. Εξίσου αναγκαία είναι η αποσαφήνιση των συνεπειών της αποκλειστικής επιμέλειας στις συναλλαγές με το Δημόσιο, τα σχολεία, τα ασφαλιστικά ταμεία και κάθε άλλο φορέα. Πολλές δυσκολίες δεν οφείλονται σε έλλειψη νομοθεσίας, αλλά στην ανομοιόμορφη εφαρμογή της και στην αβεβαιότητα για το ποια δικαιώματα απορρέουν από κάθε δικαστική απόφαση. Τέλος, απαιτείται μια συνολικότερη προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των μονογονεϊκών οικογενειών. Η αναγνώριση της μονογονεϊκότητας δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τυπικά κριτήρια, αλλά να αντανακλά την πραγματική κατανομή των ευθυνών και των βαρών της ανατροφής. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί ότι η προστασία που παρέχει η Πολιτεία φτάνει σε όσους την έχουν πραγματικά ανάγκη.

Πιστεύετε ότι το κράτος αντιμετωπίζει ακόμη τη μονογονεϊκή οικογένεια σαν "εξαίρεση", ενώ πλέον αποτελεί μία πολύ συχνή κοινωνική πραγματικότητα;

Ναι, θεωρώ ότι σε αρκετές περιπτώσεις το θεσμικό πλαίσιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη μονογονεϊκή οικογένεια περισσότερο ως μια ειδική περίπτωση που χρειάζεται εξαίρεση ή ειδική πρόβλεψη, παρά ως μια καθιερωμένη μορφή οικογενειακής ζωής. Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα έχει μεταβληθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι μονογονεϊκές οικογένειες δεν αποτελούν πλέον ένα σπάνιο φαινόμενο, αλλά ένα σταθερό και σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται συχνά στον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένες οι παροχές, οι διαδικασίες και τα δικαιολογητικά που ζητούνται από τους γονείς. Αντί το σύστημα να είναι σχεδιασμένο με βάση τη δεδομένη ύπαρξη διαφορετικών μορφών οικογένειας, συχνά απαιτεί από τον μονογονέα να αποδεικνύει διαρκώς την κατάστασή του προκειμένου να έχει πρόσβαση σε δικαιώματα ή διευκολύνσεις.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης