Η νέα ταινία του Κρίστιαν Μουνγκίου φωτίζει τις γκρίζες ζώνες του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Πού τελειώνει η ειλικρινής μέριμνα για το παιδί και πού ξεκινά η πολιτισμική ισοπέδωση;
Η Ευρώπη επένδυσε ιστορικά στην πρόοδο, στα ανθρώπινα δικαιώματα και σε ένα κράτος πρόνοιας που φιλοδοξεί να αγκαλιάσει και να προστατεύσει κάθε πολίτη. Μεγαλώσαμε πιστεύοντας ότι οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν αποκλειστικά ως καταφύγιο ασφάλειας. Τι συμβαίνει όμως όταν η καλώς εννοούμενη προστασία μεταλλάσσεται σε έναν αμείλικτο μηχανισμό, ο οποίος απαιτεί ομοιομορφία και κρίνει αυστηρά όποιον αποκλίνει από το κυρίαρχο ιδεολογικό πλαίσιο;
Στο νέο του αριστούργημα με τίτλο "Fjord" —μια ταινία που σάρωσε τα βραβεία και απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα— ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Κρίστιαν Μουνγκίου (γνωστός ως το enfant terrible του ευρωπαϊκού κινηματογράφου) θέτει το πιο άβολο ερώτημα της εποχής μας: Μπορούμε πραγματικά να εμπιστευτούμε τους γονείς για την ανατροφή των παιδιών τους, ή μήπως το σύγχρονο κράτος τείνει να γίνει ο απόλυτος ρυθμιστής κάθε οικογενειακής ισορροπίας;
Η σύγκρουση των δύο κόσμων
Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται μια πολύτεκνη, βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια μισών Ρουμάνων και μισών Νορβηγών, η οποία μετακομίζει από τη Ρουμανία στη Νορβηγία. Δεν μεταναστεύουν για οικονομικούς λόγους: ο πατέρας, ο Μιχάι, είναι εξαιρετικά καταρτισμένος. Η μετακόμιση γίνεται κυρίως για οικογενειακούς λόγους, μετά τον θάνατο των γονιών του Μιχάι και την ανάγκη βοήθειας από τους γονείς της Λίσβετ.
Η οικογένεια ενσωματώνεται γρήγορα, τα παιδιά μεγαλώνουν με ανοιχτές καρδιές αλλά και σταθερές, παραδοσιακές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Και κάπου εδώ, η καλοπροαίρετη "ανοχή" της προοδευτικής Νορβηγίας αρχίζει να δείχνει τα αυστηρά της όρια. Στη Λίσβετ απαγορεύεται να προσεύχεται όταν πεθαίνουν οι ηλικιωμένοι ασθενείς που φροντίζει. Στον Μιχάι απαγορεύεται να παίζει θρησκευτικούς ύμνους στο κοινό πιάνο. Το "διαφορετικό" αρχίζει να αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Όταν η "παιδική προστασία" χάνει την ανθρώπινη επαφή
Ο Μουνγκίου δεν αγιοποιεί την οικογένεια, ούτε κρύβει τις σκοτεινές πλευρές του θρησκευτικού συντηρητισμού. Σε μια από τις πιο ωμές σκηνές της ταινίας, βλέπουμε ένα σπίτι σε απόλυτο χάος: τη Λίσβετ να προσπαθεί να ταΐσει το μωρό, τα μεγαλύτερα παιδιά να καβγαδίζουν και τελικά να πέφτει σφαλιάρα. Πίσω από την "αγιότητα" της παράδοσης κρύβεται μια σκληρή, συχνά βίαιη πραγματικότητα. Τα παιδιά μεγαλώνουν κάτω από ένα αυστηρό καθεστώς –όπως αποδεικνύει και το σύστημα αυστηρών πόντων πειθαρχίας που έχουν επιβάλει οι γονείς τους.
Μια κοινωνική λειτουργός βλέπει ένα σημάδι στο πρόσωπο της κόρης και, συνδυάζοντάς το με τη θρησκευτική ρητορική των παιδιών στην τάξη, βγάζει ένα αμείλικτο πόρισμα: τα παιδιά κακοποιούνται και πρέπει να απομακρυνθούν άμεσα.
Ακολουθεί μια σκηνή-σοκ, ένα νομικό θρίλερ εφιαλτικών διαστάσεων. Οι εκπρόσωποι των κοινωνικών υπηρεσιών εξηγούν στη Λίσβετ (την οποία ερμηνεύει συγκλονιστικά η Ρενάτε Ρέινσβε) ότι θα της πάρουν όλα τα παιδιά, ακόμη και το βρέφος που θηλάζει. Ενώ η μητέρα χάνει τα λογικά της, έξω από το παράθυρο ανεμίζει περήφανα μια τεράστια νορβηγική σημαία, σαν μια σιωπηλή αλλά σκληρή υπενθύμιση της κρατικής ισχύος. Η σουρεαλιστική κορύφωση έρχεται όταν οι "ευγενικοί" εκπρόσωποι του νόμου της προτείνουν μια στρεβλή διέξοδο: "Αν καταγγείλεις τον σύζυγό σου για κακοποίηση, μπορείς να κρατήσεις τα παιδιά σε ασφαλές σπίτι".
Το κράτος ασκεί μια εκ των πραγμάτων βίαιη, ισοπεδωτική εξουσία, τιμωρώντας την αδιαλλαξία και την κλειστή φύση του πατριαρχικού συντηρητισμού. Από την άλλη, η ίδια η φιλελεύθερη κοινωνία κλείνει τα μάτια στις δικές της ψυχρές αποτυχίες —όπως η απόφαση των ντόπιων γειτόνων να κλείσουν τον ηλικιωμένο πατέρα τους σε ίδρυμα, οδηγώντας τον σε απόπειρα αυτοκτονίας. Γιατί όταν η συναισθηματική αποξένωση συμβαίνει εντός των φιλελεύθερων δομών, συχνά περνά απαρατήρητη, όταν όμως εκδηλώνεται σε παραδοσιακές οικογένειες, αντιμετωπίζεται με όρους ποινικής δίωξης.

Η νέα ομοιομορφία του 21ου αιώνα
Ο Μουνγκίου ασκεί κριτική παντού. Μέσω της προετοιμασίας μιας "Ημέρας Πολιτισμού" στο σχολείο, αφιερωμένης στον εκτοπισμένο και καταστραμμένο πολιτισμό των Σάμι, δείχνει την υποκρισία του κράτους: είναι έτοιμο να ζητήσει συγγνώμη για τα ιστορικά του εγκλήματα, επαναλαμβάνοντας ωστόσο στον παρόντα χρόνο παρόμοιες τακτικές αφομοίωσης απέναντι σε όποιον αποκλίνει από το σύγχρονο, κρατικά εγκεκριμένο ιδεολογικό δόγμα.
Εκεί που τον 19ο αιώνα οι Σκανδιναβοί χρησιμοποίησαν την Εκκλησία για να καταστείλουν τα "απολίτιστα" έθιμα, στον 21ο αιώνα η Εκκλησία έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα αυστηρών κανόνων και ατομικών ελευθεριών – μιας ελευθερίας που, ειρωνικά, σε αφήνει ελεύθερο μόνο αν ευθυγραμμίζεσαι πλήρως με τις επιταγές του συστήματος.
Παρά το ζοφερό κλίμα, η ταινία αφήνει χώρο για φως. Το φως αυτό έρχεται από τα ίδια τα παιδιά. Η φιλία ανάμεσα στην Έλια (την κόρη των Γκεοργκίου) και τη Νόορα (τη γειτόνισσα) αποδεικνύει ότι οι νεότεροι διαθέτουν μια έμφυτη ικανότητα να υπερβαίνουν τις ιδεολογικές συγκρούσεις και τα στεγανά των ενηλίκων.
Σε έναν κόσμο στριμωγμένο ανάμεσα στον άτεγκτο συντηρητισμό και τον αποστειρωμένο, συχνά αδιάλλακτο προοδευτισμό των θεσμών, τα παιδιά βρίσκουν τρόπους να αγαπιούνται και να δείχνουν αλληλεγγύη. Το "Fjord" δεν είναι μια ταινία μόνο για τη γονεικότητα, αλλά επιχειρεί να γίνει ο καθρέφτης μιας Δύσης που κινδυνεύει να χάσει την ανθρωπιά της στο όνομα της δικής της "τελειότητας".

