Οι συγκρούσεις μεταξύ παιδιών συχνά αντιμετωπίζονται ως κάτι που πρέπει να σταματήσει άμεσα. Στην πραγματικότητα όμως, αποτελούν ένα από τα πιο φυσικά και σημαντικά πεδία εκμάθησης κοινωνικών δεξιοτήτων.
Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη της σύγκρουσης, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι ενήλικες παρεμβαίνουν σε αυτή.
Όταν ο ενήλικας αναλαμβάνει τον ρόλο του "δικαστή”, δίνοντας άμεσες λύσεις ή αποφάσεις, το παιδί δεν μαθαίνει να επεξεργάζεται τη διαφωνία. Μαθαίνει να περιμένει εξωτερική λύση. Αυτό περιορίζει την ανάπτυξη αυτορρύθμισης και υπευθυνότητας.
Αντίθετα, όταν η σύγκρουση αντιμετωπίζεται ως διαδικασία, τα παιδιά έχουν χώρο να εκφράσουν οπτικές, να ακούσουν και να διαπραγματευτούν.
Η πιο λειτουργική παρέμβαση δεν είναι η λύση, αλλά το πλαίσιο: "Θέλω να ακούσω τι συνέβη από τον καθένα χωρίς διακοπές".
Αυτό δημιουργεί δομή χωρίς επιβολή.
Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι η αναγνώριση συναισθήματος χωρίς επιβεβαίωση επιθετικής συμπεριφοράς. Ο θυμός δεν είναι πρόβλημα. Η συμπεριφορά είναι το σημείο ρύθμισης.
Στόχος δεν είναι η αποφυγή σύγκρουσης. Είναι η ανάπτυξη ικανότητας διαχείρισης έντασης χωρίς απώλεια ελέγχου.
Και αυτή η ικανότητα δεν διδάσκεται θεωρητικά. Χτίζεται μέσα στη σύγκρουση.

