Αν έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν το παιδί σου εξελίσσεται "σωστά" συναισθηματικά, κάνεις την κατάλληλη ερώτηση – αλλά μπορεί να ψάχνεις για τα λάθος σημάδια. Η συναισθηματική ωριμότητα στα παιδιά δεν σημαίνει να είναι ήρεμα, υπάκουα ή εύκολα στη διαχείριση. Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια και συγγραφέα Dr. Lindsay Gibson, πρόκειται για κάτι πολύ πιο εσωτερικό: την ικανότητα να συνδέουν τη σκέψη με το συναίσθημα, να χτίζουν μια σταθερή εικόνα για τον εαυτό τους και να πλοηγούνται στις σχέσεις τους χωρίς να χάνουν τον έλεγχο.
Η Gibson, η οποία στα προηγούμενα βιβλία της είχε αναλύσει τους συναισθηματικά ανώριμους γονείς, στρέφει τώρα την προσοχή της στα παιδιά. Σε συνέντευξή της εξηγεί πώς μοιάζει στην πραγματικότητα η συναισθηματική ωριμότητα σε κάθε στάδιο, τι κάνουμε λάθος εμείς οι γονείς με τις καλύτερες προθέσεις, και γιατί το να διορθώνουμε μια ρήξη στη σχέση μας μαζί τους μετράει πολύ περισσότερο από το να μην τσακωνόμαστε ποτέ.
Τι είναι η συναισθηματική ωριμότητα;
Η Gibson περιγράφει τη συναισθηματική ωριμότητα ως "ένα επίπεδο ανάπτυξης – έναν εσωτερικό χώρο πολυπλοκότητας και ολοκλήρωσης". Σκέψου το λιγότερο σαν ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και περισσότερο σαν μια εσωτερική δομή: τον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις, τα συναισθήματα, τα ένστικτα και η αυτοεπίγνωση ενός παιδιού συνδέονται μεταξύ τους με την πάροδο του χρόνου.
Όταν αυτή η εσωτερική καλωδίωση λειτουργεί σωστά, το παιδί μπορεί να χρησιμοποιήσει τη λογική του για να ηρεμήσει τα συναισθήματά του, και τα συναισθήματά του για να τροφοδοτήσει τη δημιουργικότητα και τη διαίσθησή του. Με τον καιρό, αυτή η διαδικασία δημιουργεί έναν άνθρωπο με ισχυρή ταυτότητα, ικανότητα να χτίζει αληθινές σχέσεις και τη δύναμη να απαντά στα προβλήματα αντί απλώς να αντιδρά σπασμωδικά σε αυτά.
Το καλό νέο είναι ότι τα παιδιά έχουν μια έμφυτη τάση να φτάσουν εκεί. "Είναι σαν μικρά πλασματάκια που προσγειώθηκαν σε αυτόν τον πλανήτη και περνούν τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια προσπαθώντας απλώς να καταλάβουν τι συμβαίνει", λέει η Gibson. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσεις εσύ αυτή την ορμή. Χρειάζεται όμως να ξέρεις τι ψάχνεις σε κάθε ηλικία.
Η συναισθηματική ωριμότητα ανά ηλικία
Νήπια (1–3 ετών): Αν το δίχρονο παιδί σου τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση και λέει "όχι" σε οτιδήποτε του προτείνεις, αυτό δεν είναι κακό σημάδι. Είναι ακριβώς το σημάδι που θέλεις να δεις!
Το χαρακτηριστικό της υγιούς συναισθηματικής ανάπτυξης σε αυτό το στάδιο είναι η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στην ανεξαρτησία και τη σύνδεση. Ένα νήπιο που εξελίσσεται σωστά θα απομακρυνθεί από εσένα –διεκδικώντας με πάθος την αυτονομία του– και μετά θα τρέξει πάλι στην αγκαλιά σου για να "γεμίσει τις μπαταρίες" του. Αυτός ο κύκλος απομάκρυνσης και επιστροφής είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να συμβαίνει. Αντίθετα, ένα υπερβολικά ήσυχο και υπάκουο νήπιο που δεν φέρνει ποτέ αντίσταση ίσως χρειάζεται περισσότερη προσοχή, γιατί μπορεί να μην αποκτά αρκετές εμπειρίες αυτονομίας.
Τι θέλουμε: Ζωντάνια, πρωτοβουλία, ισχυρή θέληση και μια σταθερή επιστροφή σε εσένα για παρηγοριά.
Δημοτικό (5–11 ετών): Σε αυτή την ηλικία, η συναισθηματική δουλειά μετατοπίζεται από την ανεξαρτησία του σπιτιού στην ανάγκη του να ανήκει στον ευρύτερο κόσμο. Τα σημάδια εδώ έχουν να κάνουν με την επιθυμία: να φτιάξουν πράγματα, να κάνουν δραστηριότητες και, πάνω από όλα, να κάνουν φίλους.
Νοιάζονται πολύ για την παρέα τους, για το πώς ταιριάζουν με τους άλλους και για το τι σκέφτονται οι γύρω τους. Αυτή η εμμονή με τις κοινωνικές ισορροπίες μπορεί να σου φαίνεται εξαντλητική, αλλά είναι απόλυτα φυσιολογική. Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία χτίζουν τους συναισθηματικούς μύες που θα χρησιμοποιήσουν σε κάθε σχέση της ενήλικης ζωής τους.
Τι θέλουμε: Ειλικρινές ενδιαφέρον για φιλίες, περιέργεια για το πώς θα ενταχθούν σε μια ομάδα και ορμή για δημιουργία και επιτεύγματα.
Έφηβοι (12–18 ετών): Οι έφηβοι έχουν έναν τρόπο να μας ραγίζουν λίγο την καρδιά. Απομακρύνονται, ντρέπονται για εμάς και ξαφνικά έχουν απόψεις που δεν αναγνωρίζουμε. Όμως, αυτό σημαίνει ότι κάνουν τη δουλειά τους σωστά.
Ο έφηβος που ζητά ιδιωτικότητα, που στρέφεται στους φίλους του και πειραματίζεται με την ταυτότητά του (ακόμα και με τρόπους που σου φαίνονται εξωφρενικοί) απαντά στο κεντρικό ερώτημα αυτής της περιόδου: "Ποιος θέλω να γίνω;". Αν καταλάβουμε ότι αυτή η συμπεριφορά είναι δείγμα ωρίμανσης και δεν την πάρουμε προσωπικά, όλα αλλάζουν.
Τι θέλουμε: Επιθυμία για ιδιωτικότητα, έντονο προσανατολισμό προς τους συνομηλίκους, πειραματισμό με την ταυτότητα και –κάτω από όλα αυτά– μια περιστασιακή επιστροφή στην ασφάλεια που του προσφέρεις.
Ο ρόλος των γονιών
Ένα από τα πιο ισχυρά πράγματα που μπορείς να κάνεις για τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού σου δεν έχει καμία σχέση με το ίδιο το παιδί, αλλά με εσένα.
Έρευνες δείχνουν ότι οι γονείς που έχουν επεξεργαστεί και αποδεχτεί τις δυσκολίες της δικής τους παιδικής ηλικίας –που μπορούν να μιλήσουν για τις αντιξοότητες που έζησαν με έναν ώριμο τρόπο– μεγαλώνουν παιδιά με υψηλότερα ποσοστά ασφαλούς δεσμού.
Αντίθετα, οι γονείς που προσπερνούν το παρελθόν τους με ένα στερεότυπο "είχα τέλεια παιδικά χρόνια, τίποτα ιδιαίτερο", είναι πιο πιθανό να δουν στα παιδιά τους ανασφάλεια και προβλήματα συμπεριφοράς. Το να αντέχουμε να κοιτάξουμε τις δικές μας πληγές μάς δίνει τη συναισθηματική ωριμότητα να σταθούμε ουσιαστικά δίπλα στο παιδί μας.
Δεν χρειάζεται να είμαστε τέλειοι γονείς. Χρειάζεται να επανορθώνουμε.
Όλοι μας έχουμε χάσει τον έλεγχο. Έχουμε πει το λάθος πράγμα, έχουμε δείξει αφηρημένοι ή αφήσαμε το στρες της ημέρας να ξεσπάσει στο παιδί που έφταιγε λιγότερο. Σύμφωνα με τη Gibson η ρήξη δεν είναι το πρόβλημα αλλά το τι κάνεις μετά.
Τα παιδιά των οποίων οι γονείς επέστρεφαν μετά από έναν καυγά, αναγνώριζαν τι συνέβη, άκουγαν τα συναισθήματα του παιδιού και ζητούσαν μια ειλικρινή συγγνώμη, εμφάνιζαν πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τα παιδιά των οποίων οι γονείς δεν έκαναν σχεδόν ποτέ λάθη. Το παιδί έτσι μαθαίνει κάτι πολύτιμο: "Η μαμά κάνει λάθη, αλλά το βλέπει. Με αγαπάει, νοιάζεται για το πώς νιώθω και μπορώ να βασιστώ πάνω της για να το λύσουμε". Αυτό είναι το πρότυπο σχέσης που θα κουβαλάει για πάντα μέσα του.
Η αλλαγή νοοτροπίας που τα ανατρέπει όλα
Όταν το παιδί σου έρχεται με ένα πρόβλημα –έναν καυγά με έναν φίλο, έναν άδικο δάσκαλο, ένα παιχνίδι που χάλασε– η πρώτη μας γονεϊκή παρόρμηση είναι να δώσουμε συμβουλές ή να του πούμε "έλα, δεν είναι και τίποτα σοβαρό".
Αυτή η αυθόρμητη αντίδραση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, κλείνει την πόρτα της επικοινωνίας. Κάθε πρόβλημα που σου φέρνει το παιδί σου είναι ένα τεράστιο πρόβλημα για εκείνο τη δεδομένη στιγμή. Δεν είναι δική μας δουλειά να κρίνουμε αν αξίζει να στεναχωριέται. Αυτό που λειτουργεί είναι να σταματήσεις, να εστιάσεις, να ακούσεις χωρίς κριτική και να καθρεφτίσεις αυτό που ακούς. Και μετά να ρωτήσεις: "Τι θα ήθελες να κάνω εγώ γι' αυτό;". Άφησέ το να οδηγήσει εκείνο την κουβέντα.
Η αυτοπεποίθηση δεν είναι μια δεξιότητα που διδάσκεται με θεωρία. Είναι μια στάση ζωής που χτίζεται μέσα στο σπίτι, μέσα από χιλιάδες μικρές αλληλεπιδράσεις όπου το παιδί ζήτησε κάτι, είπε κάτι, ένιωσε κάτι – και οι γονείς του το πήραν στα σοβαρά.
Το να μεγαλώνουμε ένα συναισθηματικά ώριμο παιδί σημαίνει να γίνουμε ο άνθρωπος που εμπιστεύεται αρκετά ώστε να επιστρέφει σε εμάς –ξανά και ξανά– καθώς περνάει από κάθε στάδιο για να ανακαλύψει ποιος πραγματικά είναι.

