Το ενθαρρύνω ή το πιέζω; Η λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατήσεις όταν το παιδί σου φοβάται την αποτυχία

Πού σταματά η υγιής παρακίνηση και πού αρχίζει η καταπίεση; Ένα άρθρο για τη δύσκολη ισορροπία που καλούμαστε να κρατήσουμε ως γονείς όταν τα παιδιά μας αποφεύγουν τις προκλήσεις από φόβο για την έκθεση και το λάθος.

Το ενθαρρύνω ή το πιέζω; Η λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατήσεις όταν το παιδί σου φοβάται την αποτυχία istock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο
Πρόσθεσε το themamagers.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Υπάρχει ένα μεγάλο κεφάλαιο στη γονεϊκότητα για το οποίο κανένας δεν μας προετοιμάζει πραγματικά. Δεν είναι οι άυπνες νύχτες των πρώτων μηνών, δεν είναι τα αναπτυξιακά ξεσπάσματα των νηπίων, ούτε καν οι απαιτήσεις του σχολείου. Είναι η διαχείριση της πίεσης.  Αυτή η λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή ανάμεσα στην υγιή ενθάρρυνση και την ψυχολογική πίεση, ένα σχοινί πάνω στο οποίο καλούμαστε να ισορροπήσουμε καθημερινά. Πολλοί γονείς έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις όπου βλέπουν ξεκάθαρα τις δυνατότητες και τα ταλέντα των παιδιών τους, αλλά ταυτόχρονα παρατηρούν μια έντονη τάση αποφυγής.

Παιδιά που είναι εξαιρετικά σε ένα αντικείμενο, συχνά επιλέγουν να κάνουν επίτηδες λάθος, να μείνουν στην αφάνεια ή να σαμποτάρουν μια συμμετοχή τους, μόνο και μόνο για να αποφύγουν την έκθεση και το ενδεχόμενο μιας αποτυχίας μπροστά στα μάτια των άλλων.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση ενός κοριτσιού 8 ετών. Φανταστείτε ένα παιδί που είναι εξαιρετικό στη μουσική, αγαπάει αυτό που κάνει και μελετά με χαρά στο σπίτι. Όταν όμως φτάνει η στιγμή της σχολικής γιορτής, όπου πρέπει να βγει στη σκηνή και να παίξει αρμόνιο μπροστά σε όλο το κοινό, αρνείται πεισματικά. Εξομολογείται με απόλυτη ειλικρίνεια στον γονιό του ότι ξέρει τέλεια το κομμάτι, αλλά προτιμά να κάνει ότι ξέχασε τις νότες παρά να σταθεί εκεί ψηλά, με όλα τα βλέμματα στραμμένα πάνω του.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο εγκέφαλος κάθε γονιού "παγώνει", καθώς καλείται να παλέψει ανάμεσα σε δύο ισχυρά ένστικτα: την επιθυμία να προστατεύσει το παιδί του από το έντονο στρες και την ανάγκη να το βοηθήσει να ξεπεράσει τον φόβο του και να μην εγκαταλείψει την προσπάθεια. Το ίδιο συμβαίνει και στα παιδιά που ξεκινούν μια δραστηριότητα π.χ. μπάσκετ, αλλά επειδή δεν είναι "τέλεια" θέλουν να τα παρατήσουν. 

Στις περιπτώσεις αυτές, η τελειομανία έχει έναν περίεργο τρόπο να μεταμφιέζεται σε επιθυμία να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Στην πραγματικότητα πρόκειται, όμως, για τον απόλυτο φόβο τού να κάνουμε κάτι λάθος.

Τα παιδιά, ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι οι προκλήσεις και οι διαγωνισμοί δεν αφορούν μόνο τη νίκη ή την τέλεια εκτέλεση. Αφορούν στο να μαθαίνεις να είσαι γενναίος. Αφορούν στην ανακάλυψη ότι ακόμα κι αν κάνεις ένα λάθος, ο κόσμος δεν καταστρέφεται.

Το μεγάλο ερώτημα που βασανίζει κάθε γονιό είναι το εξής: Αποδεχόμαστε απλώς την άρνηση του παιδιού επειδή δεν νιώθει έτοιμο ή το σπρώχνουμε απαλά έξω από τη ζώνη ασφαλείας του, γνωρίζοντας ότι εκεί ακριβώς χτίζεται η αυτοπεποίθηση;

Ως ενήλικες, γνωρίζουμε καλά ότι η προσωπική ανάπτυξη σπάνια συμβαίνει μέσα στο ασφαλές μας μικροκλίμα. Από την άλλη πλευρά, όμως, κανείς δεν θέλει το παιδί του να νιώσει ότι η γονεϊκή αγάπη και αποδοχή εξαρτώνται από τις επιδόσεις του, τα κύπελλα ή τους επαίνους. Η ισορροπία είναι δύσκολη, γιατί αν ο φόβος της έκθεσης κερδίσει στην παιδική ηλικία, υπάρχει ο κίνδυνος να καθορίσει τις αποφάσεις του ατόμου στην εφηβεία ή και μετέπειτα στην ενήλικη ζωή του.

Στο μεταίχμιο μεταξύ της προστασίας και της προετοιμασίας του παιδιού για τον πραγματικό κόσμο, δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές. Ίσως ο ρόλος μας να μην είναι να έχουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά να αναγνωρίζουμε αυτές τις στιγμές άρνησης όχι ως αποτυχίες ή χαμένες ευκαιρίες, αλλά ως μια αφορμή για διδασκαλία. Μια ευκαιρία να υπενθυμίζουμε στα παιδιά μας ότι το θάρρος δεν σημαίνει να μη φοβάσαι ποτέ, αλλά να φοβάσαι και να προσπαθείς ούτως ή άλλως. Το μόνο πράγμα που χρειάζεται να τους μάθουμε, τελικά, είναι να πιστεύουν στον εαυτό τους.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης