Μελέτη σε 1,6 εκατ. εγκύους: Πόσο βάρος πρέπει να παίρνουμε στην εγκυμοσύνη;

Η αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη συνδέεται με σοβαρές επιπλοκές - Ανησυχία για τις αποκλίσεις από τα συνιστώμενα όρια

ΓΡΑΦΕΙ: The Mamagers Team -
Μελέτη σε 1,6 εκατ. εγκύους: Πόσο βάρος πρέπει να παίρνουμε στην εγκυμοσύνη; iStock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο

Περίπου τα δύο τρίτα των γυναικών παγκοσμίως παίρνουν κατά την εγκυμοσύνη περισσότερο ή λιγότερο βάρος από όσο συνιστάται, γεγονός που συνδέεται με αυξημένες επιπλοκές, όπως ο πρόωρος τοκετός, το αυξημένο βάρος γέννησης και η εισαγωγή των νεογνών σε μονάδες εντατικής θεραπείας.

Τα ευρήματα προέρχονται από μια μεγάλης κλίμακας έρευνα του Πανεπιστημίου Monash, η οποία ανέλυσε δεδομένα από 1,6 εκατομμύρια γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The BMJ.

Η υπερβολικά μεγάλη ή υπερβολικά μικρή αύξηση βάρους κατά την εγκυμοσύνη, η οποία αντανακλά τη συνολική ανάπτυξη τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου, συνδέεται με αυξημένους κινδύνους τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί.

Κάθε χρόνο πραγματοποιούνται περίπου 130 εκατομμύρια γεννήσεις παγκοσμίως, σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο ανθυγιεινής και επεξεργασμένης διατροφής και περιβαλλοντικών παραγόντων, που συμβάλλουν στην παγκόσμια αύξηση της υπερβολικής αύξησης βάρους στην εγκυμοσύνη.

Η δημιουργία παγκόσμιων προτύπων υγιούς αύξησης βάρους κατά την εγκυμοσύνη

Η κύρια συγγραφέας της μελέτης, Δρ Rebecca Goldstein ανέφερε ότι τα αποτελέσματα επισημαίνουν την ανάγκη για διεθνή δράση. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: "Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την ανάγκη για διεθνή πρότυπα αναφοράς για την υγιή αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη, σε συνδυασμό με υποστήριξη τρόπο ζωής και μέτρα δημόσιας υγείας ώστε να βελτιωθούν τα αποτελέσματα για μητέρες και μωρά παγκοσμίως".

Σήμερα, οι περισσότερες χώρες βασίζονται στις οδηγίες του Institute of Medicine για την αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη. Όμως οι οδηγίες αυτές βασίζονται σε δεδομένα από γυναίκες κυρίως σε χώρες υψηλού εισοδήματος τη δεκαετία του 1980 και δεν αντικατοπτρίζουν τόσο τα σημερινά περιβάλλοντα όσο και την εθνοτική ποικιλομορφία σε παγκόσμιο επίπεδο.

Για τον λόγο αυτό, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει ξεκινήσει την πρωτοβουλία για τη δημιουργία παγκόσμιων προτύπων υγιούς αύξησης βάρους κατά την εγκυμοσύνη.

Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Monash και συνεργάτες του ΠΟΥ ανέλυσαν δεδομένα από 40 παρατηρητικές μελέτες που περιλάμβαναν 1,6 εκατομμύρια γυναίκες ηλικίας άνω των 18 ετών, από πέντε από τις έξι παγκόσμιες γεωγραφικές περιοχές του ΠΟΥ, για την περίοδο 2009–2024. Από αυτές, οι 36 μελέτες κρίθηκαν υψηλής ποιότητας.

Το 53% των γυναικών είχε φυσιολογικό Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI) πριν από την εγκυμοσύνη, το 6% ήταν λιποβαρείς, το 19% υπέρβαρες και το 22% παχύσαρκες. Μόλις το 32% είχε αύξηση βάρους εντός των συνιστώμενων ορίων, ενώ το 23% πήρε λιγότερο και το 45% περισσότερο βάρος από το προτεινόμενο.

Η μελέτη έδειξε ότι η μικρότερη από τη συνιστώμενη αύξηση βάρους συνδέεται με:

  • χαμηλότερο κίνδυνο καισαρικής τομής,
  • χαμηλότερο κίνδυνο γέννησης μεγάλου για την ηλικία κύησης βρέφους και μακροσωμίας,
  • αλλά αυξημένο κίνδυνο:
  • πρόωρου τοκετού,
  • γέννησης μικρού για την ηλικία κύησης βρέφους,
  • χαμηλού βάρους γέννησης,
  • και αναπνευστικής δυσχέρειας.

Αντίθετα, η μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη αύξηση βάρους συνδέθηκε με:

  • αυξημένο βάρος γέννησης,
  • υψηλότερο κίνδυνο καισαρικής,
  • υπερτασικές διαταραχές της εγκυμοσύνης,
  • περισσότερες πιθανότητες γέννησης μεγάλων για την ηλικία κύησης νεογνών και εισαγωγής σε μονάδα εντατικής θεραπείας, αλλά χαμηλότερο κίνδυνο πρόωρου τοκετού και γέννησης μικρού για την ηλικία κύησης βρέφους.

Παρόμοια μοτίβα παρατηρήθηκαν και στις μελέτες που χρησιμοποίησαν ασιατικά κριτήρια BMI.

Οι ερευνητές αναγνωρίζουν ορισμένους περιορισμούς, όπως οι διαφορές στην ταξινόμηση του BMI και της αύξησης βάρους και η περιορισμένη συμμετοχή μελετών από χώρες χαμηλού εισοδήματος. Επίσης, δεν μπορούν να αποκλείσουν την επίδραση παραγόντων όπως το κάπνισμα, η ηλικία και η εθνικότητα.

Ωστόσο, η καθηγήτρια Helena Teede, επικεφαλής ερευνήτρια, τόνισε ότι τα αποτελέσματα στηρίζουν την ανάγκη για μια παγκόσμια, τεκμηριωμένη προσέγγιση στη διαμόρφωση οδηγιών για την αύξηση βάρους στην εγκυμοσύνη, προσαρμοσμένων στις ανάγκες σύγχρονων και πολυπολιτισμικών πληθυσμών.

Όπως σημείωσε, οι οδηγίες αυτές θα πρέπει να ενσωματωθούν σε εξατομικευμένη φροντίδα εγκυμοσύνης, με στόχο τη μείωση του στιγματισμού και τη βελτιστοποίηση των εκβάσεων για τη μητέρα και το παιδί.

Διαβάστε Επίσης