Το κλάμα ενός μωρού λειτουργεί ως άμεσο σήμα συναγερμού για κάθε γονιό. Συχνά, όμως, συνοδεύεται από την κοινωνική προσδοκία ότι η μητέρα – μέσω του "μητρικού ενστίκτου" – μπορεί να καταλάβει αμέσως αν το παιδί πεινά, πονά ή απλώς θέλει αγκαλιά. Σύμφωνα με την επιστημονική έρευνα, αυτή η αντίληψη δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα.
Ο νευροεπιστήμονας και ερευνητής βιοακουστικής Nicolas Mathevon, έπειτα από περισσότερα από δέκα χρόνια μελέτης των κλαμάτων βρεφών με εργαλεία ακουστικής ανάλυσης, ψυχοακουστικών πειραμάτων και νευροαπεικόνισης, καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο που κλαίει ένα μωρό μόνο από τον ήχο του κλάματος.
Δεν υπάρχει "γλώσσα κλαμάτων"
Σε μια εκτεταμένη μελέτη, οι ερευνητές κατέγραψαν περίπου 3.600 ώρες ήχου από 24 μωρά τους πρώτους τέσσερις μήνες ζωής τους, συγκεντρώνοντας σχεδόν 40.000 "συλλαβές" κλάματος. Οι γονείς σημείωναν τι ηρέμησε το μωρό (σίτιση, αλλαγή πάνας, αγκαλιά), ώστε κάθε κλάμα να συσχετιστεί με αιτία.
Στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκαν αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης για να εντοπιστούν υποτιθέμενα "μοτίβα" πείνας, πόνου ή δυσφορίας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ποσοστό επιτυχίας μόλις 36%, δηλαδή ελάχιστα υψηλότερο από την τυχαία επιλογή. Αντίστοιχα χαμηλές επιδόσεις είχαν και άνθρωποι (γονείς και μη), ακόμη και όταν άκουγαν επανειλημμένα τα κλάματα του ίδιου μωρού.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το κλάμα δεν λειτουργεί ως λεξικό αναγκών. Είναι το σήμα κινδύνου, η ερμηνεία προκύπτει από το πλαίσιο (πότε έφαγε, αν είναι μόνο του, αν κάτι το ενοχλεί).
Τι πληροφορία μεταφέρει το κλάμα
Σύμφωνα με την έρευνα, το κλάμα μεταδίδει με αξιοπιστία δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι η φωνητική ταυτότητα του μωρού: κάθε παιδί έχει μοναδικό "ηχητικό αποτύπωμα", κάτι που εξηγεί γιατί οι γονείς αναγνωρίζουν το δικό τους μωρό ανάμεσα σε άλλα. Δεν υπάρχει, ωστόσο, διαφοροποίηση φύλου στα κλάματα των βρεφών.
Το δεύτερο και πιο κρίσιμο στοιχείο είναι το επίπεδο δυσφορίας. Αυτό δεν εκφράζεται τόσο από την ένταση ή το ύψος του ήχου, όσο από την "ακουστική τραχύτητα". Ένα ήπιο, μελωδικό κλάμα υποδηλώνει χαμηλή δυσφορία, ενώ ένα τραχύ, χαοτικό και "σπασμένο" κλάμα συνδέεται με έντονο πόνο ή σοβαρή ενόχληση.
Όχι ένστικτο, αλλά μάθηση
Η έρευνα καταρρίπτει και τον μύθο του μητρικού ενστίκτου. Σε δοκιμές αναγνώρισης του κλάματος του ίδιου τους του μωρού, μητέρες και πατέρες είχαν ακριβώς την ίδια απόδοση. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν ήταν το φύλο, αλλά ο χρόνος έκθεσης και εμπειρίας με το παιδί.
Ακόμη και ενήλικες χωρίς παιδιά μπόρεσαν να μάθουν να αναγνωρίζουν το κλάμα ενός συγκεκριμένου μωρού μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό ακρόασης. Το εύρημα αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι ο άνθρωπος εξελικτικά βασίζεται στη συλλογική φροντίδα των παιδιών και όχι σε έναν μοναδικό, "προγραμματισμένο" φροντιστή.
Η κατανόηση ότι το κλάμα δεν είναι τεστ γονεϊκής επάρκειας αλλά ένα γενικό σήμα ανάγκης μπορεί να μειώσει το άγχος, την εξάντληση και τα αισθήματα ενοχής. Η επιστημονική γνώση υπογραμμίζει ότι η φροντίδα είναι δεξιότητα που μαθαίνεται και ότι η συνεργασία και η βοήθεια από το περιβάλλον είναι κρίσιμες για την ευημερία τόσο του παιδιού όσο και των γονιών του.
