Ένα από τα πιο συχνά ερωτήματα που τίθενται από γονείς μετά από ένα διαζύγιο είναι: "Ποιο πρόγραμμα θα επηρεάσει όσο το λιγότερο γίνεται την ψυχοσυναισθηματική ισορροπία του παιδιού;" Το ζητούμενο δεν είναι απλά να μοιραστεί δίκαια ο χρόνος μεταξύ των δύο γονέων, αλλά και να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που να στηρίζει την ανάπτυξη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα του παιδιού.
Οι ειδικοί στην ανάπτυξη του παιδιού μέσα από μελέτες έχουν συμπεράνει ότι οι ικανότητες των παιδιών να διαχειρίζονται μεταβάσεις ανάμεσα σε δύο σπίτια διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με την ηλικία τους. Κατά συνέπεια, ένα ωράριο που είναι κατάλληλο για έναν έφηβο μπορεί να είναι υπερβολικό ή δυσκολότερο για ένα βρέφος.
Η βασική ιδέα είναι ότι ένα καλά μελετημένο πρόγραμμα δεν εξασφαλίζει απλώς την απουσία προβλήματος αλλά μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ευδοκιμήσει, εφόσον είναι προσαρμοσμένο στο στάδιο ανάπτυξής του.
Επιστημονικές μελέτες που συνδέουν τη ρύθμιση της επιμέλειας με την ανάπτυξη του παιδιού δείχνουν ότι οι παραδοσιακές πρακτικές (π.χ. "κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο") δεν λαμβάνουν υπόψη την ψυχολογική και αναπτυξιακή δυναμική που χρειάζεται ένα παιδί για να διατηρήσει σταθερές σχέσεις με κάθε γονέα.
Υπάρχουν σωστά ωράρια επιμέλειας;
Η Δρ. Joan B. Kelly, μία από τις κεντρικές ερευνήτριες στον χώρο της ψυχολογίας της οικογένειας, έχει αναδείξει ότι τα μικρά παιδιά (κάτω των 3 ετών) βιώνουν έντονο στρες όταν μένουν μακριά από τον βασικό τους φροντιστή για πάνω από 24 ώρες. Με την ηλικία, αυτή η αντίδραση υποχωρεί και τα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν πιο παρατεταμένες περιόδους μακριά από τον γονέα τους.
Οι μελέτες της Kelly συνδέονται με ευρύτερα ευρήματα που δείχνουν ότι όταν οι αποφάσεις για το πώς θα μοιράζεται ο χρόνος μεταξύ των δύο γονέων λαμβάνουν υπόψη την ανάπτυξη του παιδιού, τα αποτελέσματα είναι θετικότερα για τη συναισθηματική του ευημερία.
Επιπλέον, διεθνείς έρευνες σε οικογένειες με κοινή ή εναλλασσόμενη επιμέλεια προτείνουν ότι τα παιδιά, όταν διατηρούν ποιοτική σχέση και με τους δύο γονείς σε σταθερό πρόγραμμα, τείνουν να έχουν καλύτερη ψυχική, κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή σε σχέση με αυτά που περνούν πολύ περισσότερο χρόνο μόνο με τον έναν.
Πρακτικά παραδείγματα ωραρίων ανά ηλικιακή ομάδα
Πώς μπορεί να σχεδιαστεί ένα πρόγραμμα επιμέλειας, όπως το σχεδίασαν δικηγόροι οικογενειακού δικαίου αντλώντας από την έρευνα και την πρακτική εμπειρία :
Βρέφη (0–12 μηνών)
Στην πρώιμη αυτή φάση, η ασφάλεια και η σταθερότητα είναι καθοριστικές για την ανάπτυξη ισχυρών συναισθηματικών δεσμών. Οι επιστήμονες συστήνουν σύντομα, συχνά επισκεπτήρια διάρκειας 2–3 ωρών, αρκετές φορές την εβδομάδα, ώστε να διατηρούνται σταθερά μοτίβα φροντίδας και σίτισης. Οι πολύωρες απουσίες ή οι πρώτες διανυκτερεύσεις συνήθως προτείνεται να αναβάλλονται μέχρι μετά τον 12ο μήνα, εκτός αν υπήρξε ήδη από την αρχή κοινή φροντίδα.
Νήπια (1–3 ετών)
Καθώς το παιδί αναπτύσσει κινητικότητα, λόγο και αίσθηση ταυτότητας, η μεταβατική αγχώδης αντίδραση μπορεί να κορυφωθεί. Τα προτεινόμενα προγράμματα αυτής της ηλικίας συνήθως περιλαμβάνουν δύο επισκέψεις 6 ωρών και μία νυχτερινή εβδομαδιαία διαμονή, προκειμένου να συνδυάζεται η σταθερότητα με την εμπειρία και των δύο γονέων. Καθώς πλησιάζουν τα 3 χρόνια, μπορεί σταδιακά να ενταχθούν και δύο διαμονές με διαστήματα που δεν υπερβαίνουν τις 48 ώρες, πάντα με προτίμηση στις πρωινές μεταβάσεις.
Προσχολική ηλικία (3–5 ετών)
Σε αυτή την ηλικία τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν την έννοια του χρόνου και να διαχειρίζονται καλύτερα τις αλλαγές. Προγράμματα τύπου 2–2–3 ή 3–4–4–3 (δύο ημέρες με τον έναν, δύο με τον άλλον, τρεις με τον πρώτο για την εβδομάδα) προσφέρουν προβλεψιμότητα και ενισχύουν τους συναισθηματικούς δεσμούς με τον κάθε γονέα.
Σχολική ηλικία (6–12 ετών)
Όταν το παιδί εμπλέκεται στο σχολείο, τα ωράρια πρέπει να υποστηρίζουν την ακαδημαϊκή σταθερότητα. Δομές όπως η εναλλαγή εβδομάδων με ενδιάμεση επίσκεψη ή άλλα ευέλικτα σχήματα (π.χ. 2–2–5–5 ή 3–4–4–3) βοηθούν στην καλή ισορροπία ανάμεσα στη σχολική ζωή και τον χρόνο με κάθε γονέα.
Έφηβοι (13–18 ετών)
Καθώς οι έφηβοι αναπτύσσουν αυτονομία και κοινωνικές δραστηριότητες, η δομή μπορεί να περιλαμβάνει ευέλικτες λύσεις που συνδυάζουν σταθερότητα με την ανάγκη για προσωπική ελευθερία. Συχνή αναθεώρηση του προγράμματος (κάθε 3–6 μήνες) εξασφαλίζει ότι ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του εφήβου.
Ρύθμιση ανάλογα με την αναπυτξιακή φάση
Η ρύθμιση των ωραρίων επιμέλειας πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αναπτυξιακή φάση του παιδιού και όχι να είναι ίδια για όλες τις ηλικίες. Τα βρέφη και τα νήπια χρειάζονται πιο σύντομα και συχνά διαστήματα για να στηρίξουν σταθερούς δεσμούς με τους γονείς. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν πιο εκτεταμένες περιόδους σε κάθε σπίτι και ωφελούνται από προβλέψιμες μεταβάσεις. Σε κάθε ηλικία, το καλύτερο σχέδιο είναι αυτό που ανταποκρίνεται στις ατομικές ανάγκες του παιδιού και της οικογένειας.
Στη δημόσια συζήτηση για τη συνεπιμέλεια και την εναλλασσόμενη κατοικία, επανέρχεται συχνά το επιχείρημα ότι το παιδί κινδυνεύει να χάσει τη "σταθερότητά" του και να γίνει ένα "περιφερόμενο μπαλάκι" ανάμεσα σε δύο σπίτια. Η κλινική ψυχολόγος παιδιών και εφήβων Μαρία Καπερώνη σε άρθρο της στο lawspot.gr αντιστρέφει το ερώτημα: H σταθερότητα, όπως λέει, δεν κατοικεί στους τοίχους και στα έπιπλα, αλλά στα πρόσωπα, στη συνεχή, ουσιαστική και καθημερινή συμμετοχή και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού.
Το παιδί ξεσπιτώνεται όταν αποκόβεται από τον ένα γονιό
Με αναφορά στην έννοια της "ψυχικής κατοικίας" που έχει περιγράψει ο καθηγητής ψυχολογίας Ηλίας Κουρκούτας, υποστηρίζει ότι το παιδί "κατοικεί" στην ψυχή των γονιών του και "ξεσπιτώνεται" όταν αποκόπτεται από τον έναν. Στο σκεπτικό της, η κατανομή του χρόνου σε μητρική και πατρική οικία δεν απειλεί τη συναισθηματική σταθερότητα, αντιθέτως μπορεί να τη θωρακίσει, εφόσον διατηρεί ζωντανούς τους δεσμούς και τις ρουτίνες που είχαν ήδη διαμορφωθεί πριν τον χωρισμό.
Η Καπερώνη επικρίνει τη μέχρι σήμερα πρακτική που συχνά οδηγεί στα παιδιά να ζουν μόνο με τη μητέρα και να περνούν μεγάλο μέρος της καθημερινότητας με τρίτους φροντιστές, ενώ ταυτόχρονα περιορίζεται ο πατρικός ρόλος σε "επισκέψεις" και όχι σε πραγματική ανατροφή. Παραπέμποντας σε σύγχρονα ερευνητικά ευρήματα και ανασκοπήσεις (με ενδεικτικές αναφορές σε Braver & Lamb, Nielsen, Bergström και Warshak), τονίζει ότι τα παιδιά ωφελούνται όταν έχουν και τους δύο γονείς παρόντες με ουσιαστικό χρόνο, από ένα ελάχιστο ποσοστό γύρω στο 35% έως και πιο ισότιμες κατανομές, όπου αυτό είναι εφικτό. Ειδικά για τα βρέφη και τα νήπια, αμφισβητεί το στερεότυπο της "μοναδικής" και κατ’ ανάγκην μητρικής προσκόλλησης, επισημαίνοντας ότι η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει πολλαπλές σχέσεις προσκόλλησης και τη δυνατότητα ουσιαστικού δεσμού και με τον πατέρα από πολύ νωρίς.

