Αν κλείσω τα μάτια μου και σκεφτώ "καλοκαίρι", τα πιο ανέμελα ήταν αυτά των παιδικών μου χρόνων. Κι είναι όλα γεμάτα από μυρωδιές και εικόνες: τηγανιτές πατάτες, καρπούζι, αντηλιακό με άρωμα καρύδας και φρεσκοποτισμένο χώμα. Είναι η μυρωδιά της αυλής της γιαγιάς μου.
Όταν ήμασταν παιδιά, το καλοκαίρι σήμαινε ένα πράγμα: Το σχολείο έκλεινε, οι βαλίτσες ετοιμάζονταν και μας άφηναν στο χωριό ή στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού για τουλάχιστον ένα μήνα.
Στην αρχή βαριόμασταν. Αλλά μετά έρχονταν οι οι φίλοι μας. Οι γείτονες, ένα παιδί που γνωρίσαμε στην πλατεία. Ήταν ένα καλοκαίρι χωρίς ρολόγια. Ξυπνούσαμε ό,τι ώρα θέλαμε, τρώγαμε το μεσημεριανό που ετοίμαζε η γιαγιά με όλο της το μεράκι, μέναμε με το μαγιό όλη μέρα και κοιμόμασταν το βράδυ με τα πόδια μαύρα από το τρέξιμο. Η γιαγιά ήταν εκεί. Να μας κυνηγάει με μια φέτα ψωμί με ντομάτα και λάδι, να μας λέει ιστορίες για τα παλιά, να μας αφήνει να λερωνόμαστε χωρίς να γκρινιάζει, να μας αγκαλιάζει με εκείνη την απεριόριστη, άνευ όρων αγάπη.
Σήμερα, κοιτάζω το δικό μου παιδί και η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Στις αρχές Ιουνίου επιλέγουμε camp."Μήπως πέρυσι δεν του άρεσε επειδή δεν είχε καλλιτεχνικά;" Αθλητικά camps, ρομποτικής, καλλιτεχνικά, αγγλόφωνα...
Όχι! Το παιδί που πάει σε camp νιώθει σαν να συνεχίζει το πρόγραμμα του σχολείου. Μπορεί να μην έχει διάβασμα αλλά το ξυπνητήρι συνεχίζει να χτυπάει στις 7:00 π.μ. Θα μπει στο σχολικό, θα ακολουθήσει ένα δομημένο πρόγραμμα, θα κάνει δραστηριότητες, θα φάει σε συγκεκριμένη ώρα και θα επιστρέψει στο σπίτι κουρασμένο, έχοντας ουσιαστικά αλλάξει απλώς περιβάλλον, αλλά όχι ρυθμό ζωής.
Λογικό δεν είναι; Οι γονείς δουλεύουμε ασταμάτητα, οι άδειες είναι ελάχιστες και πολλοί δεν έχουμε καν λεφτά για διακοπές. Οι γιαγιάδες- όσοι τις έχουν- είτε μένουν μακριά, είτε είναι κουρασμένες, είτε δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στους απαιτητικούς ρυθμούς των παιδιών. Τα camps προσφέρουν ασφάλεια, κοινωνικοποίηση και απασχόληση.
Όμως, μέσα μου, νιώθω μια γλυκιά μελαγχολία. Φοβάμαι μήπως, μέσα στην προσπάθειά μας να κρατήσουμε τα παιδιά μας απασχολημένα και παραγωγικά, τους στερούμε το μεγαλύτερο δώρο του καλοκαιριού: τη μαγεία της βαρεμάρας.
Στην αυλή της γιαγιάς, όταν βαριόμασταν, ανακαλύπταμε κόσμους. Φτιάχναμε παιχνίδια από πέτρες και ξύλα, παρατηρούσαμε τα μυρμήγκια, σκαρφαλώναμε σε δέντρα. Μαθαίναμε να ακούμε τη σιωπή του μεσημεριού και να εκτιμάμε την απλότητα.
Η γιαγιά και ο παππούς είχαν χρόνο και υπομονή. Είχαν αγκαλιές, είχαν αυτοσχέδια παιχνίδια, είχαν συνήθειες που μας μάθαιναν πολλά. Η γιαγιά καθάριζε φασολάκια και μας μάθαινε υπομονη και φροντίδα. Το μεσημέρι κοιμόταν και μας θύμιζε να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Μας έλεγε ιστορίες καλύτερες από αυτές που μας μάθαινε ο δάσκαλος στο μάθημα της Ιστορίας. Και μας έδινε την αγάπη που μας έκανε να καταλάβουμε γιατί οι γονείς μας είναι οι γονείς που είναι σήμερα.
Βλέπαμε τον τόπο μας, τους συγγενείς μας, παραδόσεις, έθιμα. Δημιουργούσαμε φιλίες με ξαδέλφια, με γειτονόπουλα, με παιδιά από το χωριό. Γνωρίζαμε κόσμο που δεν θα συναντούσαμε στην πόλη. Βλέπαμε πώς φτιάχνεται το ψωμί και μαθαίναμε για κάποτε οι τουαλέτες ήταν έξω από το σπίτι.
Η γιαγιά κι ο παππούς διδάσκουν ρίζες. Κι αν αναρωτιέσαι πώς μπορείς να το χαρίσεις αυτό στο παιδί σου, τότε σκέψου: Αν έχεις τη δυνατότητα, έστω και για λίγες μέρες, άσφησε τα παιδιά να "χάσουν" το πρόγραμμά τους στο σπίτι της γιαγιάς ακόμα κι αν μένετε στην ίδια πόλη. Άφησέ τα να βαρεθούν, να λερωθούν και να ζήσουν το καλοκαίρι όπως τους αξίζει: ελεύθερο. Κι αν η γιαγιά είναι στο χωριό, τόλμησέ το! Αν πάλι οι παππούδες δεν υπάρχουν, τότε μετέφερε στο παιδί σου εικόνες από τα δικά σου καλοκαίρια! Τότε που οι διακοπές δεν είχαν πρόγραμμα ούτε summer camps!

