Η στιγμή που το παιδί στέκεται στην πόρτα, σφίγγει τα χέρια του και δηλώνει κατηγορηματικά "Εγώ δεν πάω στον μπαμπά" ή "Δεν θέλω να πάω στη μαμά", είναι μία από τις πιο δύσκολες και φορτισμένες στιγμές μετά από ένα διαζύγιο.
Ως γονιός βρίσκεσαι αυτόματα σε ένα τεράστιο δίλημμα: Από τη μία πλευρά θέλεις να προστατεύσεις το παιδί σου και να σεβαστείς τη συναισθηματική του διάθεση, κι από την άλλη γνωρίζεις ότι υπάρχει μια δικαστική απόφαση ή μια συμφωνία που πρέπει να τηρηθεί.
Η δικηγόρος Νάνα Παπαδογεωργάκη, μιλώντας στο TheMamagers, αναλύει τόσο τη νομική όσο και την ανθρώπινη πλευρά του ζητήματος.
Η νομική πλευρά: Είναι "δικαίωμα" του παιδιού να επιλέγει;
Ο νόμος είναι ξεκάθαρος: Η επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει μαζί, δεν είναι ένα απλό "δικαίωμα" που το παιδί μπορεί να επιλέγει πότε θα ασκήσει.
Σύμφωνα με τον νόμο:
Υποχρέωση και των δύο γονέων: Και οι δύο γονείς οφείλουν να διευκολύνουν, να ενθαρρύνουν και να περιφρουρούν την τακτική επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα.
Οι συνέπειες της παρεμπόδισης: Αν ο γονέας που έχει τη διαμονή του παιδιού εμποδίζει ουσιαστικά την επικοινωνία (ακόμα κι αν επικαλείται την άρνηση του παιδιού), ο άλλος γονέας έχει το δικαίωμα να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, ζητώντας μεταρρύθμιση της ρύθμισης ή λήψη μέτρων προστασίας.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Ο γονιός δεν μπορεί απλώς να σηκώσει τα χέρια ψηλά και να πει "εγώ ήθελα, αλλά το παιδί δεν πάει". Ο νόμος απαιτεί από τον γονέα να λειτουργεί ενθαρρυντικά και να μην καλλιεργεί κλίμα απόρριψης.
Η ανθρώπινη πλευρά: Τι κρύβεται πίσω από την άρνηση;
Πριν φτάσουμε όμως στις αίθουσες των δικαστηρίων και στις νομικές διαμάχες, η Νάνα Παπαδογεωργάκη τονίζει την ανάγκη να δούμε το θέμα με ενσυναίσθηση. Πριν αντιδράσουμε νομικά, χρειάζεται να "ακούσουμε" προσεκτικά τι κρύβεται πίσω από την άρνηση του παιδιού:
Είναι απλώς μια φάση ή ένας παροδικός θυμός; Τα παιδιά συχνά αντιδρούν σε αλλαγές του προγράμματός τους ή εκφράζουν παράπονα της στιγμής.
Υπάρχει "σύγκρουση πίστης"; Πρόκειται για ένα πολύ συχνό φαινόμενο όπου το παιδί νιώθει ενοχές. Σκέφτεται ασυνείδητα: "Αν πάω στον μπαμπά και περάσω καλά, προδίδω τη μαμά που μένει μόνη της".
Υπάρχουν πραγματικοί φόβοι ή περιστατικά; Αυτή είναι η περίπτωση που πρέπει να αξιολογηθεί με απόλυτη σοβαρότητα. Αν συντρέχουν λόγοι ακαταλληλότητας, παραμέλησης ή κακοποίησης, η αντίδραση πρέπει να είναι άμεση.
Το παιδί δεν είναι ο "διαιτητής" των ενηλίκων
Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουν οι γονείς σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να μετατρέπουν το παιδί σε διαιτητή της δικής τους σύγκρουσης.
Όταν η κατάσταση δυσκολεύει, η συνδρομή ενός παιδοψυχολόγου ή ενός οικογενειακού συμβούλου είναι καθοριστική. Ένας ειδικός μπορεί να βοηθήσει το παιδί να εξωτερικεύσει τα πραγματικά του συναισθήματα χωρίς τον φόβο ότι παίρνει το μέρος του ενός ή του άλλου γονέα, αλλά και να καθοδηγήσει τους γονείς ώστε να διαχωρίσουν τις δικές τους διαφωνίες από το συμφέρον του παιδιού.
Η άρνηση του παιδιού δεν πρέπει ούτε να αγνοείται ούτε να χρησιμοποιείται ως "όπλο". Χρειάζεται ψυχραιμία, υποστήριξη από ειδικούς και πάνω από όλα τη συνεργασία των δύο γονέων, ώστε το παιδί να νιώθει ασφαλές και αγαπημένο και στις δύο του "φωλιές".
Δες εδώ όλα τα βίντεο της δικηγόρου Νανάς Παπαδογεωργάκη

