Πολλές μαμάδες φοβούνται -ή συνήθως τους τρομάζουν άλλοι -ότι με την πολλή αγκαλιά, την κατανόηση ή τη γρήγορη ανταπόκριση στις ανάγκες του παιδιού τους, το κακομαθαίνουν. Αυτός ο φόβος δεν γεννιέται τυχαία. Είναι βαθιά ριζωμένος σε παλιότερες αντιλήψεις ανατροφής, που ήθελαν τα παιδιά να "σκληραγωγούνται", να κλαίνε μόνα τους και να μαθαίνουν από νωρίς να "μην ζητάνε πολλά". Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε με τέτοια μηνύματα και, χωρίς να το καταλάβουμε, τα κουβαλάμε και στη δική μας μητρότητα.
Η σύγχρονη επιστήμη της παιδικής ανάπτυξης, όμως, είναι ξεκάθαρη: Η ανταπόκριση στις συναισθηματικές ανάγκες ενός παιδιού δεν το κάνει εξαρτημένο. Αντίθετα, δημιουργεί παιδιά με αίσθημα ασφάλειας, αυτοπεποίθηση και καλύτερη συναισθηματική ρύθμιση. Όταν ένα παιδί ξέρει ότι θα το ακούσουν, ότι θα το παρηγορήσουν και ότι τα συναισθήματά του έχουν χώρο. Δεν χρειάζεται να "φωνάζει" για να γίνει αντιληπτό κι έτσι μαθαίνει ότι ο κόσμος είναι ένα ασφαλές μέρος.
Τα παιδιά που μεγαλώνουν με γονείς συναισθηματικά διαθέσιμους, μαθαίνουν σταδιακά να ρυθμίζουν μόνα τους τα συναισθήματά τους, σύμφωνα με μελέτη του πανεπιστημίου του Harvard. Στην αρχή, αυτό γίνεται με τη βοήθεια του ενήλικα: Mε αγκαλιές, λόγια, παρουσία. Με τον καιρό, αυτή η εξωτερική ρύθμιση εσωτερικεύεται. Το παιδί δεν γίνεται πιο αδύναμο, αντιθέτως γίνεται πιο δυνατό.
Δεν κακομαθαίνουμε το παιδί όταν προσφέρουμε:
- αγκαλιά όταν το παιδί κλαίει
- παρηγοριά όταν φοβάται ή απογοητεύεται
- συναισθηματική διαθεσιμότητα
Όλα αυτά αποτελούν βασικές ανάγκες και όχι "χατίρια".
Πότε χρειάζονται τα όρια
Τα παιδιά χρειάζονται συναισθηματική υποστήριξη αλλά χρειάζονται και όρια. Τα όρια είναι απαραίτητα και λειτουργούν συμπληρωματικά με την αγάπη. Προσφέρουν ασφάλεια, προβλεψιμότητα και καθοδήγηση, αρκεί να τίθενται με συνέπεια, ηρεμία και ενσυναίσθηση.
Όρια χωρίς σύνδεση γίνονται σκληρότητα, σύνδεση χωρίς όρια σημαίνει χάος. Ο συνδυασμός των δύο είναι αυτός που πραγματικά βοηθά το παιδί να αναπτυχθεί υγιώς.
