Κάθε παιδί είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα και αναπτύσσεται με τον δικό του, μοναδικό ρυθμό. Κι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για την κατάκτηση του λόγου. Ωστόσο, η ηλικία των 3 ετών αποτελεί ένα κομβικό χρονικό σημείο, όπου η επιστήμη της λογοθεραπείας και της παιδιατρικής θέτει συγκεκριμένα κριτήρια για το τι θεωρείται αναμενόμενο και τι χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.
Τι πρέπει να μπορεί να κάνει ένα παιδί 3 ετών;
Σύμφωνα με τον Αμερικανικό Σύλλογο Λόγου-Ομιλίας-Ακοής (ASHA) και το CDC (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων Αμερικής), ένα τυπικά αναπτυσσόμενο παιδί 3 ετών αναμένεται να:
- Έχει ένα λεξιλόγιο που περιλαμβάνει τουλάχιστον 200 έως 500 λέξεις.
- Σχηματίζει απλές προτάσεις των 3-4 λέξεων (π.χ. "Μαμά θέλω νερό", "Το αυτοκίνητο πάει").
- Γίνεται κατανοητό από τους οικείους του σε ποσοστό περίπου 75% και από ξένους σε ποσοστό 50%.
- Κατανοεί απλές οδηγίες δύο ή τριών βημάτων (Customarily: "Πάρε το παιχνίδι και βάλ' το στο κουτί").
- Χρησιμοποιεί ερωτήσεις όπως "γιατί;", "πού;", "τι;".
Πότε η καθυστέρηση δεν θεωρείται πλέον "φυσιολογική";
Αν ένα 3χρονο παιδί απλώς δυσκολεύεται στην άρθρωση ορισμένων δύσκολων συμφώνων (όπως το "ρ" ή το "σ"), αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Αν όμως παρουσιάζει κάποιο από τα παρακάτω "σημάδια", η κατάσταση απαιτεί αξιολόγηση από ειδικό αναπτυξιολόγο ή λογοθεραπευτή:
Περιορισμένος λόγος: Χρησιμοποιεί λιγότερες από 50 λέξεις ή δεν σχηματίζει καθόλου προτάσεις δύο λέξεων.
Δυσκολία στην κατανόηση: Δείχνει να μην καταλαβαίνει τι του λένε, εκτός αν χρησιμοποιούνται έντονες χειρονομίες.
Απουσία βλεμματικής επαφής ή κοινωνικής αλληλεπίδρασης: Δεν απαντά στο όνομά του, προτιμά να παίζει εντελώς μόνο του και δεν χρησιμοποιεί τον λόγο για να επικοινωνήσει τις ανάγκες του.
Ηχολαλία: Επαναλαμβάνει μηχανικά λέξεις ή φράσεις που ακούει (π.χ. από τηλεόραση), χωρίς να τις χρησιμοποιεί λειτουργικά.
Η σημασία της πρώιμης παρέμβασης
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι η αναμονή με τη λογική "θα μιλήσει αργότερα, όπως ο θείος του" μπορεί να στερήσει από το παιδί πολύτιμο χρόνο.
Η πρώιμη παρέμβαση εκμεταλλεύεται την πλαστικότητα του παιδικού εγκεφάλου, βοηθώντας το παιδί να καλύψει το κενό γρήγορα, προλαμβάνοντας παράλληλα μελλοντικές μαθησιακές δυσκολίες.

