Γιατί η συμβουλή "άσε το μωρό να κλαίει" είναι ό,τι χειρότερο έχεις ακούσει ποτέ

Γίνεται να αφήνεις το μωρό σου να κλαίει με σκοπό να κοιμηθεί περισσότερο; Η μέθοδος "Cry it Out" ανήκει ήδη στο παρελθόν!

Γιατί η συμβουλή "άσε το μωρό να κλαίει" είναι ό,τι χειρότερο έχεις ακούσει ποτέ istock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο

Όταν έρχεται στη ζωή το μωρό σου όλα αλλάζουν, εκείνο το μικρό πλάσμα γίνεται όλος σου ο κόσμος. Στα μάτια του βλέπεις πια όλα όσα αγαπάς, ακόμα κι αν εσύ με δυσκολία κρατάς τα δικά σου ανοιχτά. Πόσες φορές έχεις ακούσει τη φράση: "Έλα μωρέ, άστο να κλαίει δε θα πάθει τίποτα", προκειμένου να μάθει να κοιμάται σερί κι εσύ να απολαύσεις λίγο χρόνο ξεκούρασης.

Ο όρος cry it out αναφέρεται στην πρακτική του να αφήνουμε τα μωρά στο κρεβάτι τους χωρίς να τα σηκώνουμε, αφήνοντάς τα μόνα και αβοήθητα να κλαίνε μέχρι να αποκοιμηθούν. Μια τροποποιημένη εκδοχή αυτής της μεθόδου είναι να πλησιάζουμε το μωρό κάθε λίγα λεπτά για να το χαϊδέψουμε ή να το καθησυχάσουμε με λόγια και χωρίς να το σηκώσουμε, αυξάνοντας σταδιακά τον χρόνο, ώστε τελικά το μωρό να μάθει να κοιμάται μόνο του.

Διαβάστε Επίσης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επαναλαμβανόμενη μη ανταπόκριση στο κλάμα ενός μωρού μπορεί να βλάψει την ψυχική υγεία του. Άρθρο του Dr. Derrig, γιατρού σε κλινική του Cleveland, αναφέρει ότι τα μωρά που αφήνονται να κλαίνε μόνα τους μπορεί να μην αναπτύξουν βασική αίσθηση εμπιστοσύνης ή κατανόηση του εαυτού τους, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα αδυναμίας, χαμηλή αυτοεκτίμηση και χρόνιo άγχος στη μετέπειτα ζωή. Η μέθοδος cry it out υπονομεύει τη βάση του ασφαλούς δεσμού, που σχετίζεται με άμεση ανταπόκριση και ευαίσθητη προσέγγιση κατά το πρώτο έτος ζωής, όπως αναφέρεται σε έρευνα που δημοσιεύτηκε στο αμερικάνικο Library Of Medicine.

Η προσέγγιση του attachment parenting (ανατροφής με δεσμό) αποτελεί μια υγιή αντίδραση κόντρα στην προώθηση της μεθόδου cry it out. Οι γονείς που εφαρμόζουν αυτή την προσέγγιση γνωρίζουν τις πιθανές συναισθηματικές συνέπειες του να αφήνουν τα μωρά να κλαίνε μόνα τους, γι’ αυτό προσπαθούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους για σωματική εγγύτητα και προσοχή

Η ιστορία της μεθόδου cry-it-out, όπως αναφέρεται στο National Library Of Medicine, συνδέεται με την ιστορία του cosleeping. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι κατά τους προϊστορικούς χρόνους τα μωρά κοιμόντουσαν πάνω στο σώμα της μητέρας τους ή πολύ κοντά της και ποτέ δεν αγνοούνταν όταν έκλαιγαν. Η συγκοίμηση εξακολουθεί να αποτελεί κοινή πρακτική σε πολλές οικογένειες σήμερα. Ωστόσο, καθώς οι κοινωνίες εξελίσσονταν, οι γονείς σταδιακά εγκατέλειψαν την πρακτική του ύπνου με τα βρέφη τους και υιοθέτησαν ξεχωριστούς χώρους ύπνου, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Στην Ευρώπη του 13ου αιώνα, οι καθολικοί ιερείς άρχισαν να προτείνουν στις μητέρες να σταματήσουν να κοιμούνται με τα μωρά τους. Ο πιθανός, ίσως ασυνείδητος λόγος ήταν η άνοδος της πατριαρχίας και ο φόβος υπερβολικής γυναικείας επιρροής στα βρέφη, ιδίως στα αγόρια. Ωστόσο, ο επίσημος λόγος που δόθηκε ήταν ο κίνδυνος πνιγμού, παρόλο που σήμερα οι ιστορικοί πιστεύουν ότι οι περισσότεροι θάνατοι βρεφών τον Μεσαίωνα, προκλήθηκαν από ασθένειες ή παιδοκτονία. 

Μετά τη βιομηχανική επανάσταση του 18ου αιώνα, οι μητέρες προειδοποιούνταν να μην ανταποκρίνονται υπερβολικά στα βρέφη τους για να μην τα κακομάθουν. Με τα βρέφη να κοιμούνται μόνα, ήταν εύκολο να ακολουθηθεί η συμβουλή cry it out, ακόμα και αν αυτό έρχεται κόντρα στη φυσική ενστικτώδη αντίδραση των γονιών που ενεργοποιούνται με το κλάμα του μωρού τους.

Η μείωση του θηλασμού συνέβαλε επίσης στο να χωριστούν τα μωρά από τη μητέρα, αφαιρώντας τον τελευταίο δεσμό με το σώμα της, οδηγώντας τα σε αποξενωμένες μεθόδους ανατροφής κατά τον 20ό αιώνα.

Ο αμερικανός παιδίατρος Luther Emmett Holt ήταν ο πρώτος που έκανε γνωστή τη μέθοδο cry-it-out στις ΗΠΑ. Στο βιβλίο του, με βάση το wikipedia, "The Care and Feeding of Children", πρότεινε ότι τα βρέφη που κλαίνε από πείσμα ή συνήθεια θα πρέπει να αφήνονται να κλαίνε, συχνά για μία, δύο ή και τρεις ώρες. Ακολούθησαν πολλές γενιές που μεγάλωσαν με βάση αυτές τις οδηγίες.

Από τη δεκαετία του 1960 ωστόσο αναπτύχθηκε η αντίθετη τάση, γνωστή ως attachment parenting. Η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει το βρέφος ως ευάλωτο, αισθανόμενο πλάσμα που χρειάζεται ευαίσθητη προσέγγιση, άμεση ανταπόκριση και φροντίδα. Η φυσική εγγύτητα, θεωρείται κατά τη Mary Ainsworth συνεργάτιδα του Bowlby, σε κείμενο στο Simply Psycology, πρωταρχικής σημασίας, και τα μωρά δεν πρέπει ποτέ να αφήνονται να κλαίνε μόνα. Η ανταπόκριση στο κλάμα ενισχύει την εμπιστοσύνη και τον ασφαλή δεσμό, ενώ η καθυστέρηση ανταπόκρισης οδηγεί σε αβέβαιη προσκόλληση και υπερβολική εξάρτηση.

Η επιστροφή στο θηλασμό και η επανεκτίμηση του κοινόχρηστου ύπνου ενισχύουν αυτή την τάση. Έρευνες στο National Library Of Medicine, δείχνουν ότι ακόμα και οι σύντομοι χωρισμοί αυξάνουν τα επίπεδα κορτιζόλης στα μωρά, υποδεικνύοντας αυξημένο στρες. Αντίθετα, η παρουσία ζεστού και προσεκτικού φροντιστή μειώνει το στρες.

Το κλάμα στα χέρια (crying-in-arms) επιτρέπει στα μωρά να απελευθερώνουν το στρες τους χωρίς να αφήνονται μόνα. Το κλάμα, όταν γίνεται σε ασφάλεια, είναι θεραπευτικό και μπορεί να βοηθήσει το μωρό να αντιμετωπίσει τραύματα, να μειώσει τη συσσώρευση στρες και να προάγει την ψυχική υγεία, με βάση έρευνα δημοσιευμένη στο Sciencedirect.com.

Οι ψυχοθεραπευτές αναγνωρίζουν τη θεραπευτική αξία του κλάματος και υποστηρίζουν ότι η απελευθέρωση συναισθηματικού φορτίου από την παιδική ηλικία μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση των ψυχολογικών δυσκολιών στην ενήλικη ζωή. Όπως ο πυρετός βοηθά το σώμα να καταπολεμήσει λοίμωξη, έτσι και το κλάμα απελευθέρωσης στρες προάγει την ψυχική και σωματική ισορροπία.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν με αυτή την προσέγγιση μαθαίνουν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και να ζητούν βοήθεια και σε μεγαλύτερη ηλικία.

 

Διαβάστε Επίσης