Η υπερβολική χρήση οθονών από παιδιά προσχολικής ηλικίας απασχολεί- πέρα από εμάς τους γονείς- ολοένα και περισσότερο την επιστημονική κοινότητα. Μια πρόσφατη έρευνα εξετάζει, μάλιστα, πώς συγκεκριμένες γονεϊκές πρακτικές συνδέονται με τον χρόνο οθόνης των παιδιών, εστιάζοντας στον ρόλο της σχέσης γονέα–παιδιού και της ενσυνείδητης γονεϊκότητας.
Τι διερεύνησε η μελέτη
Οι επικεφαλής της έρευνας εξέτασαν συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ γονεϊκών πρακτικών και συμπεριφοράς των παιδιών. Δηλαδή τη σχέση μεταξύ αυστηρής/σκληρής γονεϊκότητας και χρόνου οθόνης παιδιών προσχολικής ηλικίας, τον ρόλο της ποιότητας της σχέσης γονέα–παιδιού ως μεσολαβητικού παράγοντα και τον ρόλο του mindful parenting ως ρυθμιστικού παράγοντα στη σχέση αυστηρής γονεϊκότητας και σχέσης γονέα–παιδιού.
Στην έρευνα συμμετείχαν 482 γονείς από 4 νηπιαγωγεία στην Κίνα και σύμφωνα με τα αποτελέσματα,
- Όταν η γονεϊκή στάση είναι πιο αυστηρή, η σχέση γονέα–παιδιού τείνει να δυσκολεύεται.
- Όσο πιο αυστηρή η γονεϊκότητα, τόσο λιγότερα στοιχεία ενσυνείδητης (ήρεμης, παρούσας) γονεϊκότητας εμφανίζονται.
- Όταν η σχέση γονέα–παιδιού δεν είναι καλή, τα παιδιά περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες.
- Όταν υπάρχει πιο ποιοτική σχέση γονέα–παιδιού, ο χρόνος οθόνης τείνει να είναι μικρότερος.
- Η αυστηρή γονεϊκότητα δεν αυξάνει άμεσα τον χρόνο οθόνης, αλλά επηρεάζει πρώτα τη σχέση — και μέσα από αυτήν, τον χρόνο οθόνης.
Μπορεί η έρευνα να μην έδειξε άμεση (σημαντική) σχέση ανάμεσα σε έναν πολύ αυστηρό γονιό και τον χρόνο που περνάει το παιδί του στις οθόνες, έδειξε όμως ότι ένας αυταρχικός γονιός έχει χειρότερη σχέση με το παιδί του κι αυτό είναι που οδηγεί σε περισσότερο χρόνο στις οθόνες.
Αντίθετα οι γονείς του mindful parenting είχαν καλύτερη σχέση με τα παιδιά τους, τα οποία περνούσαν λιγότερο χρόνο στις οθόνες.
Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Η έρευνα δείχνει ότι ο αυξημένος χρόνος οθόνης στα παιδιά προσχολικής ηλικίας δεν συνδέεται άμεσα με την αυστηρή γονεϊκότητα από μόνη της. Η σύνδεση προκύπτει μέσα από την ποιότητα της σχέσης γονέα–παιδιού. Όταν οι γονεϊκές πρακτικές είναι πιο αυστηρές, η σχέση γονέα–παιδιού τείνει να γίνεται πιο φτωχή σε οικειότητα και πιο συγκρουσιακή. Σε αυτό το πλαίσιο, τα παιδιά περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες. Δηλαδή, η οθόνη φαίνεται να σχετίζεται με τη σχέση και όχι να λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτήν.
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι οι γονείς "σπρώχνουν" συνειδητά τα παιδιά στις οθόνες, ούτε ότι οι οθόνες αποτελούν από μόνες τους πρόβλημα. Αντίθετα, τα ευρήματα δείχνουν ότι ο χρόνος οθόνης αυξάνεται όταν η σχέση γονέα–παιδιού επιβαρύνεται και δεν λειτουργεί ως βασικό σημείο σύνδεσης στην καθημερινότητα.
Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι το mindful parenting μπορεί να αλλάξει αυτή τη δυναμική. Σε περιπτώσεις όπου οι γονείς παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα mindful parenting, η αρνητική επίδραση της αυστηρής γονεϊκότητας στη σχέση με το παιδί εξασθενεί ή παύει να είναι στατιστικά σημαντική. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια πρακτική δεν έχει την ίδια επίδραση σε όλες τις οικογένειες. Ο τρόπος με τον οποίο ο γονέας είναι παρών, ρυθμισμένος και συναισθηματικά διαθέσιμος παίζει καθοριστικό ρόλο.
Ο χρόνος οθόνης των παιδιών προσχολικής ηλικίας σχετίζεται στενά με τη συναισθηματική ποιότητα της οικογενειακής σχέσης και όχι απλώς με κανόνες, απαγορεύσεις ή πρακτικές διαχείρισης οθονών.
