Γιατί κάποιοι πιστεύουν ακόμα ότι το ξύλο είναι μια αποτελεσματική μορφή πειθαρχίας;

Με το ξύλο δεν μπορούν τα παιδιά να ανακαλύψουν τι είναι σωστό και τι λάθος.

ΓΡΑΦΕΙ: The Mamagers Team -
Γιατί κάποιοι πιστεύουν ακόμα ότι το ξύλο είναι μια αποτελεσματική μορφή πειθαρχίας; iStock
Ο σύνδεσμος αντιγράφηκε στο πρόχειρο
Πρόσθεσε το themamagers.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google

Παρότι η σωματική τιμωρία των παιδιών έχει απαγορευτεί νομικά σε πολλές χώρες, το "ξύλο" εξακολουθεί να επιβιώνει ως πρακτική – άλλοτε φανερά και άλλοτε υπόγεια – στο σχολείο και στο σπίτι.

Στη Νότια Αφρική, για παράδειγμα, το ξύλο καταργήθηκε επισήμως το 1997, ενώ ήδη από το 1995 το Συνταγματικό Δικαστήριο το είχε κρίνει ασύμβατο με τα ανθρώπινα δικαιώματα, χαρακτηρίζοντάς το σκληρό, απάνθρωπο, εξευτελιστικό και περιττό. Παρ’ όλα αυτά, μαρτυρίες δείχνουν ότι η πρακτική συνεχίζεται σε σχολεία και οικογένειες. Η περίπτωση αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίστοιχες αντιφάσεις συναντώνται σε πολλές κοινωνίες του κόσμου, όπου η σωματική τιμωρία επιβιώνει ως "παράδοση", "μέσο διαπαιδαγώγησης" ή "αναγκαίο κακό", ακόμη και σε χώρες όπου έχει νομικά καταργηθεί, όπως και στην Ελλάδα.

Η σωματική τιμωρία στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, το χάσμα ανάμεσα στον νόμο, την επιστημονική γνώση και τις κοινωνικές στάσεις παραμένει εμφανές. Η σωματική τιμωρία θεωρείται μορφή βίας και απαγορεύεται ρητά σύμφωνα με τον νόμο 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία που αναγνωρίζει ότι το ξύλο, το χαστούκι, το τράβηγμα του αυτιού και γενικότερα η πρόκληση σωματικού πόνου σε ένα παιδί συνιστούν βίαιη πράξη και δεν επιτρέπονται, ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως "μέσο διαπαιδαγώγησης". Νομικά το πλαίσιο είναι σαφές: Το ξύλο δεν επιτρέπεται ούτε στο σπίτι ούτε στο σχολείο. Τι δείχνουν, όμως, οι ελληνικές έρευνες;

Παρά τη νομική απαγόρευση, ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η σωματική τιμωρία έχει αποτελέσει – και σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να αποτελεί – μέρος της ανατροφής στην ελληνική οικογένεια.

Έρευνες στην Ελλάδα έχουν εξετάσει τη χρήση σωματικής τιμωρίας και τις κοινωνικο-δημογραφικές της διαστάσεις σε δείγμα περίπου 590 μητέρων με παιδιά ηλικίας 6 έως 12 ετών. Τα ευρήματα αυτών των μελετών ανέδειξαν ότι η χρήση σωματικής πειθαρχίας συνδέεται με παράγοντες όπως το μορφωτικό επίπεδο των γονέων, η οικογενειακή κατάσταση και οι αντιλήψεις γύρω από την πειθαρχία και την υπακοή.

Σημαντικά δεδομένα προκύπτουν και από τη διεθνή μελέτη BECAN (Balkan Epidemiological Study on Child Abuse and Neglect), η οποία περιέλαβε και την Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, η έκθεση των παιδιών σε διάφορες μορφές βίας – σωματική, ψυχολογική και άλλες – μετρήθηκε με τυποποιημένα επιστημονικά εργαλεία σε δείγμα χιλιάδων μαθητών από εννέα βαλκανικές χώρες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκθεση των παιδιών στη βία αποτελεί σημαντικό και εκτεταμένο δημόσιο ζήτημα. Άλλες μελέτες που εξετάζουν την εμπειρία των παιδιών δείχνουν επίσης ότι μεγάλα ποσοστά μαθητών, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε γειτονικές χώρες, αναφέρουν εμπειρίες ψυχολογικής και σωματικής βίας.

Παλαιότερα στοιχεία δείχνουν ότι ένα σημαντικό ποσοστό γονέων στην Ελλάδα έχει δηλώσει πως εγκρίνει τη σωματική τιμωρία ως πειθαρχική μέθοδο, σύμπτωμα πολιτισμικής ανοχής προς τη βία στην ανατροφή. Ψυχοκοινωνικές μελέτες έχουν επισημάνει ότι σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες η σωματική τιμωρία αντιμετωπίζεται ως αποδεκτός τρόπος διαμόρφωσης συμπεριφοράς. Η πειθαρχία συνδέεται με την υπακοή, τον φόβο και την τιμωρία, ενώ λιγότερο με την κατανόηση, τον διάλογο και την αυτορρύθμιση του παιδιού. 

Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι η κατάργηση της σωματικής τιμωρίας δεν είναι μόνο θέμα νόμου, αλλά και βαθιάς πολιτισμικής αλλαγής. Οι έρευνες αποκαλύπτουν ότι η βία στην ανατροφή των παιδιών δεν εξαφανίζεται αυτόματα με μια νομοθετική ρύθμιση, αλλά επιβιώνει μέσα από πεποιθήσεις, εμπειρίες και κοινωνικές αφηγήσεις που τη νομιμοποιούν. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το ξύλο απαγορεύεται – αυτό έχει ήδη απαντηθεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί, παρά τις απαγορεύσεις και τα επιστημονικά δεδομένα, κάποιοι εξακολουθούν να το θεωρούν αποτελεσματικό. Και η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται λιγότερο στην παιδαγωγική και περισσότερο στη συνήθεια, τον φόβο και την πολιτισμική μνήμη.

Γιατί κάποιοι ενήλικες – γονείς, εκπαιδευτικοί, ακόμη και τα ίδια τα παιδιά – εξακολουθούν να πιστεύουν ότι το ξύλο είναι αποτελεσματικό και ακίνδυνο;

Η έρευνα της εκπαιδευτικής ψυχολόγου Simangele Mayisela

Η εκπαιδευτική ψυχολόγος Simangele Mayisela μελέτησε σε βάθος το ζήτημα στο πλαίσιο της διδακτορικής της έρευνας, διερευνώντας τις ιστορικές και κοινωνικοπολιτισμικές ρίζες της σωματικής τιμωρίας. Η έρευνά της βασίστηκε σε παρατηρήσεις και συνεντεύξεις σε ένα αγροτικό δημόσιο σχολείο χαμηλού εισοδήματος στη Νότια Αφρική και στόχευε να κατανοήσει πώς οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και η πολιτισμική έκθεση στη βία διαμόρφωσαν τις πεποιθήσεις και τις πρακτικές των εκπαιδευτικών, καθώς και πώς αυτές επηρεάζουν την ανάπτυξη των παιδιών.

Ιστορικά, η σωματική τιμωρία ήταν βαθιά ριζωμένη στο ρατσιστικό εκπαιδευτικό σύστημα του απαρτχάιντ, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της "Εκπαίδευσης των Μπαντού", που στόχευε στη διατήρηση της υποταγής των πληθυσμών. Ωστόσο, η έρευνα έδειξε ότι η πρακτική συνεχίστηκε και μετά τη μετάβαση στη δημοκρατία, αποκαλύπτοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεσμικό αλλά και πολιτισμικό.

Στο σχολικό περιβάλλον που μελέτησε, η σωματική τιμωρία ήταν παρούσα τόσο συμβολικά όσο και πρακτικά. Ραβδιά διαφορετικών ειδών υπήρχαν στην τάξη και έφεραν ονόματα που υποδήλωναν "τάξη", "διόρθωση" ή ακόμη και "ανταμοιβή". Τα παιδιά μιλούσαν γι’ αυτά ως εργαλεία που "βάζουν τα πράγματα στη θέση τους" ή "καθαρίζουν το λάθος". Ακόμη και στην προσχολική ηλικία, η ιδέα του ξύλου είχε ενσωματωθεί στη σχολική καθημερινότητα μέσα από τραγούδια και ρυθμικές απαγγελίες που παρότρυναν τον δάσκαλο να χτυπήσει το παιδί.

Οι δάσκαλοι, από διαφορετικές γενιές, περιέγραφαν τη σωματική τιμωρία ως κάτι φυσιολογικό και αναπόφευκτο στην παιδική τους ηλικία. Πολλοί δήλωναν ευγνωμοσύνη προς τους εκπαιδευτικούς που τους χτυπούσαν, πιστεύοντας ότι υπήρχε άμεση σχέση ανάμεσα στο ξύλο και την ακαδημαϊκή τους επιτυχία. Κάποιοι το χαρακτήριζαν μάλιστα "το εργαλείο που σε έκανε αυτό που είσαι". Στον λόγο τους, η διδασκαλία, η μάθηση και η τιμωρία δεν εμφανίζονταν ως ξεχωριστές διαδικασίες αλλά ως ένα ενιαίο σύνολο.

Τα παιδιά, από την πλευρά τους, είχαν ήδη εσωτερικεύσει την ιδέα ότι το ξύλο είναι αναγκαίο και δίκαιο. Πίστευαν ότι το προκαλούν τα ίδια και ένιωθαν ενοχή για τον πόνο που "αναγκάζονται" να προκαλέσουν στους δασκάλους τους. Το γεγονός ότι συχνά γελούσαν όταν μιλούσαν για τις τιμωρίες αποτελεί, από ψυχολογική σκοπιά, ένδειξη αποδοχής και μηχανισμού αντιμετώπισης της ταπείνωσης.

Ποια είναι τα αποτελέσματα της σωματικής τιμωρίας;

Όσον αφορά στα αποτελέσματα αυτής της πειθαρχικής προσέγγισης, η έρευνα δείχνει ότι η συμμόρφωση που επιτυγχάνεται δεν βασίζεται στην κατανόηση του σωστού και του λάθους, αλλά στον φόβο του πόνου και του εξευτελισμού. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η ανάπτυξη ανώτερων νοητικών λειτουργιών παρεμποδίζεται: ο φόβος και το άγχος δυσκολεύουν τη σκέψη, την επίλυση προβλημάτων, την αυτορρύθμιση και την ανάπτυξη αυτενέργειας.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα παιδιών που τιμωρούνταν καθημερινά επειδή αργούσαν στο σχολείο, χωρίς ποτέ να μάθουν πώς να αντιμετωπίζουν πρακτικά το πρόβλημα της καθυστέρησης. Η σωματική τιμωρία δεν τους δίδαξε πειθαρχία, αλλά αναπαρήγαγε έναν φαύλο κύκλο φόβου και αδυναμίας.

Η επιμονή στη σωματική τιμωρία στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να ανακαλύψουν μόνα τους τι είναι σωστό και τι λάθος, να αποκτήσουν κρίση και να αναπτύξουν τις δεξιότητες που θα χρειαστούν ως ενήλικες. Κι όμως, σε πολλές κοινωνίες – από τη Νότια Αφρική μέχρι την Ευρώπη και την Ελλάδα – το ξύλο συνεχίζει να επιβιώνει όχι επειδή λειτουργεί, αλλά επειδή έχει μάθει να παρουσιάζεται ως πειθαρχία, φροντίδα ή παράδοση.

Διαβάστε Επίσης

Διαβάστε Επίσης